Τετάρτη, Απριλίου 26, 2006

Η Αννούλα, Ο Jean-Paul και ο Remy

"... εγώ απο μικρή ακολουθούσα τον Gautier ως fashion icon... "
Ενώ η Αννούλα μας προσφέρει δροσιστική ... βυσσινάδα, αδυνατώντας να αποφασίσει τι είναι αυτό που διεκδικεί ( 1.μικρή βοήθεια απο το κοινό: το πρώτο έπαθλο 2.την κουρτίνα: τη χαμένη της νιότη 3. το κουτί: μια ανακουφιστική επιβεβαίωση ότι όταν κουραστεί να επιπλέει και αφεθεί δεν θα βουλιάξει μόνη), λίγο πιο μακριά, κάποιος τη συναγωνίζεται στον παλιμπαιδισμό. Ο μικρός διοπτροφόρος Ramy. Το βρίσκει ιδιαίτερα δύσκολο να αποδεσμευτεί απο τον εγωκεντρισμό του αλλά και απο τα στρατιωτάκια του. Όπου πάει, ότι κάνει, τα θέλει μαζί του. Είναι αυτή η ανασφάλεια του, βλέπετε. Ναί, ουσιαστικά αυτός οδηγεί το πετρελαιοκίνητο όχημα της εξουσίας. Ο George ήταν εύκολος αντίπαλος - απλώς του έδωσε μερικούς τίτλους, του υποσχέθηκε σαν καλός παπάς ότι όλες του οι αμαρτίες θα συγχωρεθούν έαν έχει πίστη και τον άφησε να παίζει με τα αλογάκια του στο ράντσο του στο Τέξας. Και αυτός πήρε τα ηνία, έκανε μερικούς πολέμους, κατέστρεψε μερικές χώρες, έβαλε τις εταιρείες του να τις ξαναφτιάξουν και φτού και απο την αρχή. Ο Remy παίζει πολύ jenga βλέπετε και θέλει τα πάντα να υπακούουν στον δικό του προσωπικό νόμο της κατάρρευσης και καταστροφής. Φυσικά, τίποτα δεν τον αγγίζει. Όχι, κερδίζει σ' όλα τα παιχνίδια. Οι φίλοι του αποφεύγουν να παίζουν μαζί του monopoli γιατί δεν αφήνει τίποτα στους άλλους. Να, τις προάλλες η φαρμακευτική του εταιρεία είχε το εμβόλιο για 'κείνη την αρρώστια και τους ζητούσε εξωφρενικά ποσά για να τους το δώσει - ο Remy βαριόταν την monopoli και έβαλε και λίγη δόση και απο το "παίξε τον γιατρό", έτσι για αλλαγή. Όλοι του τα 'δωσαν εκτός από έναν φίλο του που έπεσε κατα λάθος πάνω στην καραμπίνα του και τραυματίστηκε. Ο Remy έβαλε τα κλάματα και δεν πήγε στο δικαστήριο. Δεν του αρέσει να απαντάει σε ερωτήσεις και συνεχώς να εξηγεί. Πούλησε τις μετοχές του και έβγαλε τόσα λεφτά που τίναξε την μπάνκα στον αέρα. Τώρα έχει βρεί ένα άλλο παιχνίδι. Του αρέσει να βάζει τελεσίγραφα. Να, σε λίγες ώρες λήγει αυτό που έχει βάλει η χώρα του στο Ιράν. Μάλλον θα αφήσει τα στρατιωτάκια του για λίγο και θα ασχοληθεί με τα αεροπλανάκια. Για να δούμε πόσους στόχους θα πετύχει.
Η φίλη του η Conty λέει ότι έχουν εκβιάσει αρκετές χώρες οπότε θα έχουν βοήθεια. Καλό αυτό γιατί τώρα τελευταία δεν τον συμπαθούν και πολλοί. Τον κατηγορούν ότι δεν χειρίστηκε καλά τα προηγούμενα παιχνίδια εισβολής καθώς ξοδέψαν πολλά χρήματα, σκοτώθηκαν πολλά δικά τους στρατιωτάκια και τώρα δεν θέλουν να παίξουν άλλοι με την ομάδα τους. Ο Remy δεν καταλαβαίνει. Οι δικές του οι ΄τσέπες είναι γεμάτες, οι συγγενείς του είναι ευτυχισμένοι και αυτός δεν χορταίνει να παίζει κυνηγητό. Ο George νιώθει παραγκωνισμένος και λέει οτι τον νοιάζει η δημοτικότητά του. Μα τι λέξη είναι αυτή! Ποτέ του δεν την έχει χρησιμοποιήσει.
Αρκετά έγραψε στο ημερολόγιό του. Μάλλον θα πάει να κάνει ένα αρωματικό μπάνιο. Θα κοιτάξει τι λέει το ζώ(ο) διο του για αύριο και ίσως δεί ξανά Star Wars. Πάντα του άρεσε ο Darth Vader. Λίγο του τα χάλαγε εκεί με την στιγμή αδυναμίας του αλλά δεν κολλάει σε τέτοιες λεπτομέρειες. Εξάλλου μόνο την αρχή θα δεί. Ως συνήθως δεν θα καθίσει να δεί τη συνέ(π)χεια.
amy

Τρίτη, Απριλίου 25, 2006

Αρνί σε ευχαριστούμε


Επιτέλους θα τρώγαμε.

Εδώ και σαράντα ημέρες, από τότε δηλαδή που η μοίρα με τη μορφή ενός παγωμένου ογκόλιθου μας ξέβρασε σε αυτή την ερημιά, η μόνη τροφή που είχαμε ήταν ρίζες και σκουλήκια, με άλλα λόγια μας είχε φτάσει το στομάχι στην πλάτη.
Πρώτος το άκουσε ο Τζον, ήταν βαθιά μέσα στο βράδυ και εγώ κοιμόμουν.
Με σκούντησε, "Τζακ ξύπνα".
"What the fuck ", είπα αυτόματα γιατί είμαι λάτρης του ύπνου και εκνευρίζομαι όταν με ξυπνάνε.
Δε μου απάντησε. Η φωνή του ζώου, αυτός ο βαθύς, λαρυγγιστός, μονοσύλλαβος, επαναλαμβανόμενος ήχος ήταν η απόκριση στην απορία μου.
Βγήκαμε έξω από την προχειροφτιαγμένη καλύβα. Κοιτάξαμε προς την κατεύθυνση της φωνής. Δεν ήταν δύσκολο να το εντοπίσουμε, καθόταν επιδεικτικά στην κορυφή του λόφου, στο κέντρο του νησιού, και το γεμάτο φεγγάρι που ήταν ακριβώς πίσω του, έκανε τη σιλουέτα του να διαγράφεται σα φιγούρα σε κινηματογραφικό πανί. Σε ποιον μίλαγε άραγε (στο φεγγάρι; στο δημιουργό του; σε μας τους δυστυχείς;) με το συνεχές βέλασμα του : Μπεε -Μπεεε –Μπεε.
Δε βιαστήκαμε, ξέραμε πως δεν είχε νόημα να το κυνηγήσουμε μέσα στη νύχτα. Ξαφνικά γνωρίζαμε τι ακριβώς έπρεπε να κάνουμε, βαθιά κρυμμένα, αρχέγονα, κυνηγετικά ένστικτα είχαν αρχίσει να ξυπνάνε μέσα μας.

Την άλλη μέρα ετοιμάσαμε τα όπλα μας. Ακονίσαμε στα βράχια κλαδιά ώσπου να γίνουν αιχμηρά και βγήκαμε στο κατόπι του. Δεν το βλέπαμε, αλλά ακούγαμε συνέχεια το βέλασμα του. Σιγά-σιγά μάθαμε να ακολουθούμε και τα υπόλοιπα ίχνη του: λωρίδες από μασημένα χόρτα μέσα στην πυκνή βλάστηση, στρογγυλά γυαλιστερά περιττώματα σα μαύροι βόλοι.
Το μυστηριώδες αυτό ζώο φαινόταν να διαθέτει εξαιρετική ευφυία. Μας είχε εμπλέξει σε ένα μυστηριώδες παιχνίδι όπου δε ξέραμε αν είμαστε οι κυνηγοί ή οι κυνηγημένοι. Μας έκανε να νομίζουμε πως το πλησιάζουμε, για να ακούσουμε άξαφνα τη φωνή του στην άλλη άκρη του νησιού. Μας έβαζε να κάνουμε κύκλους που δεν οδηγούσαν πουθενά. Και εμείς βυθιζόμασταν όλο και πιο βαθιά στη ζούγκλα του νησιού αλλά και στη ζούγκλα μέσα μας. Είχαμε αρχίσει να κοιτιόμαστε περίεργα μεταξύ μας και να τσακωνόμαστε για ασήμαντες αφορμές. Ήταν σαν αυτό το ζώο να είχε ανοίξει την πόρτα της κόλασης και πλέον γνωρίζαμε πως όλα αυτά θα τελείωναν μόνο όταν αυτό θα αποφάσιζε να μας προσφερθεί από μόνο του.

Εκείνη τη μέρα επιτέλους το είδαμε. Ήμασταν πολύ κοντά στο να πεθάνουμε από την εξάντληση ή να σκοτώσει κάποιος από εμάς τον άλλο. Με τις τελευταίες δυνάμεις που μας απόμεναν παραμερίσαμε κάποια ακόμη φύλλα από φοίνικες, και να! στα βράχια στην άλλη άκρη του μικρού ξέφωτου που ανοίγονταν μπροστά μας, στέκονταν αυτό. Μείναμε εκστατικοί να το κοιτάμε. ήταν κάτασπρο με ένα αφράτο τρίχωμά που έμοιαζε με ρούχο. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να φύγει, για ακόμη μια φορά οδηγούσε τα πράγματα εκεί που αυτό ήθελε. Έβγαλε δύο φορές την ιαχή του Μπεε –Μπεε και μετά μας κοίταξε με ένα βλέμμα που ήταν σαν να πέταγε αστραπές. Το κοιτάξαμε υπνωτισμένοι για κάποιες στιγμές. Άξαφνα, ο Τζον βγάζοντας μια κτηνώδη κραυγή που έμοιαζε να έρχεται από τα βάθη των αιώνων, χίμηξε πάνω του και του κάρφωσε το κοντάρι στο κρανίο. Έτρεξα και εγώ καταπάνω του. Βγάζοντας ζωώδεις κραυγές αρχίσαμε να του πετάμε πέτρες. Με τρομερή βιαιότητα, με ένα μικρό μαχαίρι του βουτύρου, το γδάραμε σε απίστευτο χρόνο και το αίμα του που μας πιτσιλούσε ήταν για μας σαν τη βροχή στον άνυδρο κάμπο. Φάγαμε λίγα κομμάτια ωμό κρέας, αλλά συγκρατηθήκαμε, ξέραμε πως έπρεπε να ακολουθήσουμε όλο το τελετουργικό.

Το δέσαμε σε ένα κορμό και το κουβαλήσαμε στην παραλία μας. Εκεί, σε ένα από τα μπαούλα που είχε ξεβράσει μαζί μας η θάλασσα και άνηκε σε έναν Έλληνα, βρήκαμε μια σούβλα. Διόλου περίεργο αν αναλογιστούμε πως το πλοίο κατευθύνονταν στη Νέα Υόρκη και οι Έλληνες μετανάστες εκεί διατηρούν τα περίεργα έθιμα της πατρίδας τους. Ανάψαμε φωτιά και αρχίσαμε να ψήνουμε το ζώο γυρίζοντας εναλλάξ τη σούβλα. Σκαλίζοντας στο μπαούλο του Έλληνα ανακάλυψα και ένα μπουκάλι με ένα περίεργο κρασί που έγραφε malamatina. Ήπιαμε, φάγαμε, κάναμε κεφάλι και ο Τζον άρχισε να παίζει χορευτικά τραγούδια στο μπάντζο του.
Με άλλα λόγια την κάναμε Πάσχα.


Μόνγκο

Δευτέρα, Απριλίου 24, 2006

summertime


A smile that evades suffocation
Laughing towards ... a redemption
It's better to make light of things than
to be eternally glued
to the gloom of things.
amy

Σάββατο, Απριλίου 22, 2006


Conditioner 2nd chapter

2.Ζapping

Αλήθεια τι θέλω εγώ, εδώ; Άφησα πίσω, το μόνο άνθρωπο που με αγαπά. Πάντα έτσι ήμουν μια ζωή άλλα θέλω, και άλλα κάνω, άλλα λέω και άλλα εννοώ. Έτσι και χθες το βράδυ όταν με έφερε ο Γιάννης μέχρι το σπίτι του Θοδωρή και με ρώτησε αν τον αγαπάω , εγώ αρκέστηκα να κουνήσω αδιάφορα τους ώμους μου. Εκείνος με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και μου είπε ότι με αγαπάει τόσο πολύ που θα με αφήσει να φύγω. Δεν μπόρεσα να του πω τίποτα, τον κοίταζα μέχρι που χάθηκε στην άκρη του δρόμου.

Μπήκα μέσα. Στο πάρτυ. Το είχα ξεχάσει τελείως. Εγώ ήθελα να εξαφανιστώ όχι να γνωρίσω τους φίλους του Θοδωρή. Η πρώτη εικόνα ήταν απογοητευτική. Μέσα βρίσκονταν οι συνήθεις ύποπτοι. Κουλτουριάρηδες τύποι που κάπνιζαν πίπα, ψόφιες γκόμενες που ζητάνε δικαιολογία κάθε πέντε λεπτά για να πουδράρουν τη μύτη τους, ο Θοδωρής με δύο γραβαταρισμένους χόντρους (μάλλον τα θύματα θα ήταν που θα χρηματοδοτούσαν τη νέα ταινία του), ηθοποιοί κομπάρσοι που δεν τους ήξερε ούτε η μάνα τους (από επιλογή βέβαια γιατί δεν τους αντιπροσωπεύει το mainstream θέατρο, όχι ότι παίζουν και πουθενά αλλού αλλά εντάξει μωρέ καλλιτέχνες είναι , πως κάνεις έτσι;),δημοσιογράφοι που έγραφαν κοσμικές στήλες του στυλ «Αποκλειστικό: Η Βίσση μαλλιοτραβήχτηκε με τη Βανδή», ενώ στην χειρότερη έγραφαν τα εφημερεύοντα φαρμακεία. Ω, τι υπέροχος κόσμος μαμά!

Προσπάθησα να αποφύγω το πηγαδάκι της κουλτούρας αλλά την κουλτούρα φυγείν αδύνατον. ‘Σόνια αγάπη μου’ είπε ένας από το απύθμενο πηγάδι της κουλτούρας, φιλώντας με στον αέρα λες και θα μου χάλαγε το ανύπαρκτο Μakeup.

-Νομίζω ότι είσαι η πιο κατάλληλη για να λύσεις τη διένεξη με το φίλο μου τον Αχιλλέα, είπε ο κουλτουριάρης νο1. Ο κουλτουριάρης νο2 ήταν καθ΄εικόνα και ομοίωση του Πάρη ή κουλτουριάρη νο1. Υπολείμματα γενιού διαγράφονταν αχνά κάτω από το πηγούνι τους, ένας μαύρος κοκάλινος σκελετός έκρυβε το μισό τους πρόσωπο καθώς στο δεξί του χέρι ο Πάρης είχε ένα αφιλτρο τσιγάρο ενώ ο Αχιλλέας έβηχε συνέχεια γιατί ο καπνός του ερχόταν στη μάπα.
-Εγώ νομίζω ότι ο Θοδωρής κάνει δοκιμιακό κινηματογράφο ενώ ο Πάρης πιστεύει ότι είναι επηρεασμένος από τη νέο-ρεαλιστική σχολή. Εσύ τι πιστεύεις;

Τώρα τι τους απαντάς;

-Εγώ πιστεύω ότι είστε δραπέτες της μεγάλης σχολής που εδρεύει στο Δαφνί, και συνέχισα την Οδύσσεια μου στο σαλόνι του Θοδωρή. Η Ιθάκη, το δωμάτιο του Θοδωρή, που θα με γλίτωνε από όλο αυτό το πανηγύρι των τρελών ήταν πολύ μακριά. Δίπλα μου βρισκόταν η νήσος των κοκοφάγων. Κατάφερα να φθάσω δίπλα στο Θοδωρή που μίλαγε με δύο κουστουμαρισμένους τύπους με ανοιχτά πουκάμισα και αλυσίδες.

-Τι γίνεται εδώ; Τον ρώτησα με αφέλεια

- Πάρτυ βρε κουτό, απάντησε, χαρούμενος για το χάος που επικρατούσε γύρω του.

-Κατάλαβα ψάχνεις να βρεις κοροΐδα να βάλουν λεφτά για την επόμενη ταινία σου, και έκανα να φύγω.

-Που πάς πρέπει να σε γνωρίσω στους κύριους, τον Χάρη και τον Πάνο. Οι κύριοι έχουν αλυσίδα κρεοπωλείων.
-Α, ώστε οι αδερφοί Κατσιμίχα έχουν αλυσίδα κρεοπωλείων, δεν γουστάρω να τους γνωρίσω, βαριέμαι πάω να κοιμηθώ, είμαι πολύ χάλια.

Ευτυχώς δεν προσπάθησε να με μεταπείσει, έπεσε με τα μούτρα για τον ιερό σκοπό πάνω στους κακόμοιρους τους Κατσιμιχαίους, και εγώ γύρισα να ψάξω το δωμάτιο μέσα από το αγριεμένο πλήθος. Σαν βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη ανάθεμα και αν θα την βρεις ποτέ. Απέφυγα με μαεστρία τη Καλυψώ και την Κίρκη που μαλλιοτραβιόντουσαν ποια θα πάρει στα δίχτυα της τον άτυχο Γκοντάρ, κατάφερα να γλιστρήσω μακριά από τους πρόποδες του χιονισμένου βουνού των κοκοφάγων που υστερικά με καλούσαν κοντά τους και βρέθηκα έξω από την πολυπόθητη πόρτα. Άνοιξα, κλείδωσα πίσω μου και έπεσα ψόφια στο κρεβάτι. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και έδειχνε τα πρωϊνάδικα σε επανάληψη. Ποτέ δε κατάλαβα τι νόημα έχει να δείχνει σε επανάληψη πρωινές εκπομπές τα άγρια μεσάνυχτα. Αυτός που την είδε το πρωί αποκλείεται να τη ξαναδεί τέτοια ώρα, άρα δε σέβονται αυτούς που έχουν αϋπνίες. Με τι κουράγιο να βλέπεις πρωινή γυμναστική τρεις ώρα το βράδυ; Τέλος πάντων η μουσική ήταν ίδια με την μουσική που ακουγόταν στο πάρτυ, σκυλοσουξέ τελευταίας σοδειάς. Σε όποιο κανάλι και να το γύρναγα η παρουσιάστρια ήταν ξανθιά με το ίδιο χαζό πλαστικό χαμόγελο και τα ίδια πλαστικά βυζιά. Στο απύθμενο ντεκολτέ τους έβλεπες την αόρατη υπογραφή του ίδιου πλαστικού χειρούργου. Ένας ισοπεδωτικός φασισμός όπου και να γύρναγες τα ίδια όπως και στις ειδήσεις, όλα τα δελτία ειδήσεων παρουσιάζονται από παρουσιαστές με το όνομα Νίκος. Μάλλον η τηλεόραση δε θα με βοηθούσε να κοιμηθώ. Μάλλον χρειαζόμουν τα χάπια του Θοδωρή επειγόντως. Άνοιξα το συρτάρι και πήρα τα μπλε χαπάκια που τον βοηθούσαν λέει να κοιμηθεί, για να δούμε. Κατέβασα δύο χωρίς νερό, και άρχισα να νιώθω τα βλέφαρα μου να βαραίνουν σιγά σιγά….το πάρτυ ακουγόταν πια τόσο μακρινό, βρίσκομαι σε σχεδία, ναι σε σχεδία, i love to turn you on, in, on in........

Πόσο μακρινό είναι το πάρτυ, οι πρωινοί καφέδες και τα απογευματινά εσπρέσσο που με καλούσαν κοντά τους. Το μόνο που άκουγα πλέον ήταν η φωνή της γνωστής τηλεπαρουσιάστριας, μα που με πάει αυτή η σχεδία; Ανοίγω τα βλέφαρα μου με δυσκολία, η σχεδία έχει φτάσει σε ένα τηλεοπτικό στούντιο κάποιοι με καλωσορίζουν, κάτι τύποι ουρλιάζουν, είχα αργήσει λέει.

-Κύριε Αβραμόπουλε από εδώ παρακαλώ, με τράβηξε ένας από τους καλωδιομένους προς το τηλεοπτικό σαλονάκι της οικοδέσποινας. Για κάτσε! Τι είπε «κύριε Αβραμόπουλε»; Ε, τι γίνεται, τι ναρκωτικά παίρνουν όλοι αυτοί; Ο τύπος με το μικρόφωνο συνέχισε να με τραβολογάει μέχρι που με τοποθέτησε πάνω στο πορτοκαλί καναπέ, απέναντι από τη βασίλισσα των πρωϊνάδικων. Φώτα έπεφταν από παντού, πρέπει να είναι μέρος του σχεδίου για να με τρελάνουν.

-Κύριε Αβραμόπουλε χαίρομαι παρά πολύ που επιλέξατε τη δικιά μας εκπομπή να εμφανιστείτε, έκανε όλο νάζι η Ελένη τονίζοντας με στόμφο «τη δικιά μας».

-Μα εγώ δεν ήξερα τίποτα, τι…, δεν μπορούσα καν να μιλήσω, μα τι λέει αυτή πάει καλά;

-Και τι υπέροχο κοστούμι κύριε υπουργέ, είπε η τύπισσα και γύρισα να κοιτάξω τι φοράω και τότε έπαθα ένα ισχυρό σοκ. Φορούσα ένα ανδρικό κουστούμι που συνοδευόταν από μια βαρετή μονόχρωμη γραβάτα. Νομίζω ότι η φάρσα είχε χοντρύνει. Είχε έρθει η ώρα για δραστικά μέτρα, τώρα θα τους δείξω εγώ, δεν ξέρουν πια είναι η Σόνια. Δε μπορεί θα περάσω για make up, θα δω τη φάτσα μου στο καθρέφτη τι έγινε ρε γαμώτο; Ακόμα και στους εφιάλτες μου με κυνηγάει ο Αβραμόπουλος;

Η κουστωδία που με τραβολογούσε τόση ώρα με πήρε σηκωτή για το μακιγιάζ, «αν και δε το χρειάζεστε κύριε υπουργέ» είπε ξεσπώντας σε ένα υστερικό γέλιο σύσσωμος όλος ο συρφετός από τηλεπαρουσιάστριες, κάμεραμαν, και λοιπούς παρατρεχάμενους. Η ώρα της αλήθειας είχε φτάσει θα λυνόταν η παρεξήγηση, με το που θα βλέπανε τη φάτσα μου στο καθρέφτη. Κάθισα στη καρέκλα και με τρόμο είδα το πρόσωπο μου. Ήμουν …Μα τι λέω ; Πάω καλά ; Αυτοί μπορεί να είχαν κατεβάσει όλο το βαπόρι από τη Περσία μαζί με το πλοίο αλλά εγώ τι φταίω ; Τι μεφιστεφολικα παιχνίδια είναι αυτά;

Λέγοντας αυτά με οδήγησαν γρήγορα στη θέση μου σε ένα μεταμοντέρνο πορτοκαλί καναπέ. Άντε και ο θεός βοηθός.. Η μάλλον τώρα θα δείτε….

3 2 1 είμαστε στον αέρα

-Γεια σας κύριε Αβραμόπουλε. Είναι τιμή μας που ήρθατε στην εκπομπή μας έκανε όλο νάζι από το διπλανό καναπέ η ξανθιά

-Όχι δικιά μου τιμή είναι που βρίσκομαι εδώ. Θα το διασκέδαζα άσε που μπορούσα να χαλάσω και την εικόνα του βλαχοδήμαρχου, grande maitre του τουρισμου και νυν υπουργο ραντζων.

-Κύριε Αβραμόπουλε πως αισθάνεστε που είστε δημόσιο πρόσωπο; Μου έκανε και καλά την ερώτηση παγίδα αλλά που να ‘ξερε τι θα απάνταγα

-Υπέροχα ξέρετε ήταν το όνειρο μου από μικρός όταν τα αλλά παιδιά έπαιζαν μπάλα εγώ πάντα ήμουν αυτός που δεν τον έπαιρνε καμία ομάδα αλλά δε καθόμουν στην γωνία να κλαίω. Είχα ανακαλύψει ένα παιχνίδι που μπορούσα να το παίζω μόνος μου. Λεγόταν ο δήμαρχος, και καταλαβαίνετε ποιος έπαιζε το δημαρχο..εεεε; Εξάλλου δεν υπήρχε και ανταγωνισμός αντίπαλος δεν υπήρχε, χάχα.. Αν δε του χάλαγα και τώρα την εικόνα το να πω..

-Χχχααααα. Έκανε με το γνωστό ημίτρελλο γέλιο της η ξενέρωτη. Την έβλεπα να ιδρώνει να χαλάει το make-up της και πλέον ήμουν σίγουρη ότι τα είχα καταφέρει. Ήταν καιρός να το χοντρύνω και άλλο.

-Ξέρετε τότε γεννήθηκαν όλες οι ιδέες που εφάρμοσα αργότερα στο Δήμο της Αθήνας όταν ήμουν πραγματικά Δήμαρχος.

-Σοβαρά; Για πείτε μας λοιπόν έκανε όλο ενδιαφέρον. Την έβλεπα είχε τσιμπήσει και μαζί με αυτήν δεκάδες ανύποπτες νοικοκυρές από το σπίτι τους, από το καναπέ τους, ανυποψίαστες για τον faux Αβραμοδήμαρχο. Τώρα θα έβλεπαν…

-Την ιδέα για τα κάγκελα τότε την συνέλαβα. ΄Όπως σας είπα και προηγουμένως τα παιδιά της γειτονιάς μου δεν με έπαιζαν ποτέ έτσι είχα αποφασίσει άμα μεγαλώσω (προσέξατε το άμα γιατί ήταν δύσκολα εκείνα τα χρόνια κύρια Μενεγάκη μου είχα φάει πολύ ξύλο, τέλος πάντων) να υψώσω κάγκελα να μην μπορούν να με πιάσουνε και να μου ρίχνουνε το καθημερινό ξυλοφόρτωμα. Έτσι πραγματοποίησα και ένα από τα παιδικά μου όνειρα, ξήλωσα τα πεζοδρόμια και έβαλα στη θέση τους ροζ πλάκες που είναι και το αγαπημένο μου χρώμα

-Ναι αλλά ως γνωστό δεν περιορίζεστε σε έργα βιτρίνας έχετε κάνει και άλλα πράγματα έτσι δεν είναι; Μα τι λέει το άτομο σκέφτηκα

-Μα αφού με διακόπτετε πώς να ολοκληρώσω; Είπα με το ύφος που είχα παρατηρήσει σε κάθε πολιτικό που έλεγε τις πιο μεγάλες μαλακίες έτσι σερβιρισμένες ώστε να μοιάζουν με ατάκα του μεγαλύτερου φιλόσοφου. Θα σας πω την αλήθεια Ελένη, μου επιτρέπετε τον ενικό, βεβαίως απάντησα μόνη μου και συνέχισα ακάθεκτη. Έχω ένα μικρό πρόβλημα, είμαι πιδακομανής, την βρίσκω με την εκτίναξη του νερού, τι να κάνουμε κάθε άνθρωπος έχει τις αδυναμίες του, δεν είμαι και κάνας ανώμαλος; Με το νερό τη βρίσκω.

Την έβλεπα να με κοιτάει με ανοικτό το στόμα τη λυπήθηκα για αυτό και αποφάσισα να της δώσω το οριστικό χτύπημα, θα της την έπεφτα.

-Ελένη θα ήθελες να κάνουμε μια βραδινή τουρνέ να σου δείξω όλα τα σιντριβάνια του Δήμου Αθηναίων; Θέλεις;

Το στόμα της παρέμενε ανοικτό, και συνέχιζε να με κοιτά με το ηλίθιο βλέμμα της

-Α ώστε δε θες; Τότε σηκώθηκα απότομα από το ομολογουμένως αναπαυτικό καναπέ και άρπαξα το ανθοδοχείο που βρισκόταν μπροστά μου και της χάλασα το μακιγιάζ με μια κίνηση. Της το έχυσα στη μάπα, δίνοντας την ευκαιρία στους τηλεθεατές για σουρεαλιστικές σκηνές . Η τύπισσα παρέμενε στη θέση της με λουλούδια να πέφτουν με χάρη στους ωμούς καθώς εκείνη είχε ξεσπάσει σε ένα άηχο κλάμα σαν αυτό του Αl pachino στο Νονός III. Πώρωση. Η κακομοίρα η Ελένη είχε χάσει πλήρως τον έλεγχο , για αυτό μπήκαν οι καλωδιωμένοι με τα μικρόφωνα που αποτελούσαν το συρφετό υποδοχής και τώρα ήταν οι δυνάμεις καταστολής για να επιβάλουνε τον έλεγχο. Ήταν φύσει αδύνατο όμως να τα βάλω με όλους αυτούς όποτε με ακινητοποίησαν μα εγώ συνέχιζα να φωνάζω «μη με φιμώνετε θα πω και άλλα αντίχριστοι, ε αντιχριστοι..,πάτε να φιμώσετε τη δημοκρατία…»

-Ξύπνα ρε Σόνια τι έπαθες όνειρο είναι, μου έκανε ο Θοδωρής. Σου έχω και ευχάριστα

-Τι ευχάριστα; τον ρώτησα με κλειστά τα μάτια. Ο Αβραμόπουλος θα παίξει στη καινούργια σου ταινία;

-Μα τι λες; Πιωμένη είσαι; Εσύ δεν είσαι που δεν αντέχεις να προφέρεις έστω και το όνομα του; Τι έπαθες;

-Μετά από αυτό το βράδυ τον νιώθω στο πετσί μου. Δε μου λες το πάρτι τελείωσε;

-Α εσύ είσαι κομμάτια δε πήρες χαμπάρι τίποτα εε; Φύγανε όλοι αγάπη μου.

Πάντα με ανατριχιάζανε αυτές οι εκδηλώσεις αγάπης, γιατί πάντα ήταν ψεύτικες ειδικά τέτοια ώρα. Για πες μου λοιπόν τα ευχάριστα του είπα ανόρεχτα

-Βρήκα τρόπο να χρηματοδοτήσω τη ταινία.

-Τους κατάφερες του Κατσιμιχαίους ε; Τι φούμαρα τους πούλησες και τους έψησες τους κακομοίρηδες;

-Τίποτα απολύτως, δε χρειάστηκε. Έλα μαζί μου και θα δεις, και με σήκωσε με το ζόρι από το κρεβάτι. Πήγαμε μέχρι τη του τουαλέτα. Εκεί άνοιξε απότομα τη πόρτα και είδα μια τύπισσα να είναι χυμένη στο πάτωμα δίπλα σε μια σακούλα. Για ένα περίεργο λόγο διατήρησα τη ψυχραιμία μου.

-Δε μου μες αυτή ζει; Τον ρώτησα σιγά, λες και θα τη ξυπνούσα.

-Ευτυχώς ζει γιατί που να ξεφορτώνεσαι πτώματα, αλλά η σακούλα δίπλα της ισοδυναμεί με το προϋπολογισμό της νέας μου ταινίας. Κατάλαβες ;

-Ομολογώ πως όχι αγάπη μου του είπα όλο ειρωνεία

-Είναι απλό εμείς θα το παραδώσουμε σε ένα κύριο που με πήρε τηλέφωνο πριν από λίγο.

-Εμείς; Κατάλαβα πάλι θα μπλέξουμε μονολόγησα και πήρα το δρόμο για το κρεβάτι, καλύτερα με τον Αβραμόπουλο σου λέω.


$onick

Τετάρτη, Απριλίου 19, 2006

Ο Κροπότκιν, οι INVISIBLES και η αλληλοβοήθεια


από το THE INVISIBLES των Morisson & Yeowell

Ακόμη και σε επίπεδο φιλοσοφίας οι γνώσεις μου προέρχονται από το υποκουλτουριάρικο-μπλιαχ μέσο των κομικς. Απο εκεί ανακάλυψα πως ο Κροπότκιν είχε αναπτύξει την θεωρία της "αλληλοβοήθειας" (mutual aid) που λέει πως οι οργανισμοί εξελίσσονται μέσα από τη συνεργασία και την αλληλοβοήθεια. Δεν ξέρω περισσότερα αλλά η ιδέα αυτή μου φαίνεται ένα γαμάτο αντίπαλο δέος στη θεωρία του πιθηκάνθρωπου Δαρβίνου πως όλα προέρχονται από τον προγραμματισμό της ΖΩΗΣ να διαιωνιστεί γαμώντας (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ό,τι βρεθεί στο δρόμο της .
Αναζήτησα κάποιο σχετικό βιβλίο του Κροπότκιν(λέγε με και αναρχικό πρίγκηπα) στα αθηναικά βιβλιοπωλεία αλλά, φευ, δε βρήκα τίποτα.

Μόνγκο

εύσχημες δικαιολογίες

Μικροσκοπικά δάχτυλα – και ουχί δαχτυλάκια ( κόντρα σ’ όσους λατρεύουν τα υποκοριστικά αφού δεν είναι δυνατόν αυτά να αλλάξουν τις πραγματικές διαστάσεις των μερών του σώματος , γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε υπάρχουν τα επίθετα, αλλά ας μην επεκταθούμε περαιτέρω ) – σφίγγουν την κουβέρτα από την οποία προσπαθούν να απαγκιστρωθούν δεδομένης της υψηλής θερμοκρασίας σε κλειστό χώρο και μάλιστα λίγο πριν την έναρξη του καλοκαιριού. Ο κάτοχος τους αδυνατεί να επιστήσει την προσοχή των υπεύθυνων για τις ανάγκες και ανέσεις του στο πρόβλημά του. Η δυσφορία του όμως δεν δρα απογοητευτικά καθώς τα μάτια του ήδη ανοιγοκλείνουν ρυθμικά φανερώνοντας την ρέμβη του στην αναζήτηση των ασχημάτιστων – ακόμα – επιθυμιών του. Η αδερφή του από την άλλη, που πρέπει να τον περνάει κανέναν χρόνο, ήδη εξαργυρώνει τα προνόμια του μεγαλυτέρου ˙ μπροστινή θέση στο διπλό καρότσι, άπλα, θέα και συνεπώς δυσαρμονικά μεγάλο για το μικρό της πρόσωπο χαμόγελο, ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό βέβαια ως προς την παιχνιδιάρικη διάθεση της.
Τα άνευ παπουτσιών – επενδυμένα όμως με το έχω-καιρό-ακόμα-για-να-μισήσω ροζ καλσόν – πόδια της κλωτσούν με επίμονη επιδεξιότητα τα κουρασμένα από την ορθοστασία δικά μου σκοράροντας απανωτούς πόντους στο μουντών, ασυναγώνιστα βαρετών αποχρώσεων καλσόν μου( είναι απίστευτο ότι δεν έχει βρεθεί ακόμα λέξη για να αντικαταστήσει αυτό το αποτέλεσμα εθισμένου μάλλον στην άρθρωση ενοχλητικού λόγου νου.) Η επιτυχία της αυτή στο σκοράρισμα κλέβει την προσοχή μου και με παρασύρει σε μια μάλλον απρεπή για το χώρο ανταλλαγή βλεμμάτων και μορφασμών που, εάν κρίνω από τα ενθουσιώδη επιφωνήματά της, της προκαλεί ικανοποίηση. Ας όψεται ο μικρός της αδερφός που ξεσπάει ξαφνικά σε κλάματα εκβιάζοντας την φυγή του από αυτό το μέρος που δεν αναγνωρίζει ως σπίτι του και βάζοντας οριστικό τέρμα στην διασκεδαστική – είναι η αλήθεια – επικοινωνία μας. Τώρα το βλέμμα θα είναι στραμμένο στην σωστή κατεύθυνση.
Η εκκλησία ακόμα αγιογραφείται και ίσως αυτός είναι ο λόγος που η ματιά μου στρέφεται προς τον ανολοκλήρωτο τρούλο αντί στον ευγενικό αλλά χαμηλών, ακόμα και με το μικρόφωνο, τόνων παπά που διαβάζει το ευαγγέλιο ˙ η περιέργεια κόντρα στα χιλιακουσμένα λόγια ; εύσχημες δικαιολογίες. Ίσως φταίει το σπρώξιμο, οι φωνές, το κυνηγητό των μικρών ασυγκράτητων μπροστά από το ιερό και οι ευπρόβλεπτες παραινέσεις για ησυχία από τα στόματα των ηλικιωμένων που φυσικά έχουν βρει θέση να καθίσουν από ώρες πριν και τώρα αναλαμβάνουν χρέη αυστηρού δικαστή. Στο μυαλό μου έρχεται η ευφάνταστη στιχομυθία μεταξύ μιας φίλης μου και ενός ταξιτζή – ως γνωστόν οι ανατρεπτικότερες συζητήσεις διεξάγονται σε ταξί, κατά προτίμηση σε βραδινή κούρσα:
– «Ζωοδόχου Πηγής, ε; Στην εκκλησία κατευθύνεστε; Δεν φαίνεστε της εκκλησίας.»
– «Τι μας πρόδωσε; Το χαμηλό ντεκολτέ ή το σαγηνευτικό άρωμα γιατί μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ήμασταν εκεί νωρίτερα…τώρα για σας, δεν γνωρίζω.»
– «Αστειεύεσαι βέβαια. Ήμουν και θα πάω πάλι μετά το τέλος της βάρδιας. Με θέματα πίστης δεν παίζουμε.»
– «Όχι, βέβαια. Δεν μου λέτε, είχε κόσμο;»
– «Τι εννοείς, πέρα από τις γριές με τις κρεατολιές που πιάνουν τα στασίδια
ώρες πριν και φέρνουν και σκαμπό για καλό και για κακό;»
– «Εσείς, ένας άνθρωπος της πίστης, μιλάτε έτσι;»
– «Τι τα θες κοπέλα μου; Έτσι ήταν, έτσι είναι…εκτός κι αν εσείς η νέα
γενιά απομακρυνθείτε από τα clubs και τα bars και …»
Και τι; Η θρησκεία χρειάζεται προστάτες, κήρυκες και εκπροσώπους; Δεν μιλάει από μόνη της;
Ο απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς Κορινθίους επαναλαμβάνει διαρκώς την φράση χωρίς αγάπη …˙ ενώ ακούω προσεχτικά όλη την επιστολή μου φαίνεται ότι αυτή η φράση ξεχωρίζει σαν αυτόνομη πρόταση. Ίσως γιατί έργο της θρησκείας δεν είναι να συμπληρώσει το πάζλ των προσωπικών αναζητήσεων του καθενός ή να εκβιάσει την άνευ όρων πίστη του. Κάποια πράγματα τα συναρμολογούμε μόνοι μας με πολλές παύσεις, διακοπές και παρεκκλίσεις ενδιάμεσα.
Το ξέρει καλύτερα αυτό ο μικρός που βυθισμένος στην αγκαλιά της αδερφής του κάνει πρόβες τον σταυρό του ενώ δεν σταματά διαρκώς να χαμογελά, συγχρόνως υποβάλλοντας τον χώρο τόσο με τα περίεργα μάτια του όσο κυρίως με τον περίεργο νου του σε εξαντλητικό έλεγχο.
amy

φόβος και ελπίδα (φόβος ή ελπίδα)

Πόση απόσταση χωρίζει τον φόβο από την ελπίδα; Κοιτάζοντας την λανθασμένη σχηματική αναπαράσταση μιας μηχανής που υπό – λειτουργεί από την σκωπτικά επίκαιρη ματιά των Καναδών Godspeed You Black Emperor, αναρωτιέμαι αν τα συναισθήματα αυτά όντως απέχουν μίλια μεταξύ τους η αν ο χιλιομετρητής του μυαλού μας είναι πειραγμένος.
Μήπως η κινητήρια πηγή δράσης δεν είναι πολλές φορές κάποια απ’ αυτά τα συναισθήματα ή πολλές περισσότερες (φορές ) η αρχικώς ανεξήγητα στενή αιτιακή σχέση που συνδέει αυτά τα δύο; Ο φόβος μήπως… ή μήπως δεν… σπάνια εφησυχάζει. Συχνά μάλιστα κρατάει τα άτομα σ’ επαγρύπνηση διοχετεύοντάς τα μ’ ένα απόθεμα ενέργειας ή έστω ανικανότητας για στασιμότητα και αποδοχή της απραξίας που είναι δύσκολο να μην εκτονωθεί. Αν και το αποτέλεσμα ανατροπής ή και διατήρησης μιας κατάστασης ( που μόνο και μόνο πηγαίνοντας κόντρα στο μονίμως εξελικτικό ρεύμα της εποχής είναι δύσκόλο εγχείρημα εφ’ αυτό ) δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί, η προσπάθεια σπανίως σταματάει. Συνεπώς, δεν είναι η σιγουριά για την επιθυμητή έκβαση μιας προσπάθειας που θέτει σε λειτουργία το μείγμα αδρεναλίνής – ενθουσιασμού – δράσης αλλά μάλλον μια τάση εκτόνωσης. Συχνά μάλιστα ο φόβος που φωλιάζει μέσα μας για μία απευκταία εξέλιξη της κατάστασης που μας αφορά ανθίζει σε ελπίδα υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες.
Επιθυμία – ανάγκη, ρεαλισμός – ουτοπία, στάση – εξέλιξη, λόγια – πράξεις . Η ζωή μας σε μορφή δυαδικών αντιθέσεων. Ποιο επικρατεί, ποιος φόβος μεταμορφώνει οποιοδήποτε απ’ αυτά σε δεσμά; Δεν είναι δεσμευτική η πράξη – ασχέτως το αποτέλεσμά της. Η ελπίδα ανθίζει όπου καταπιέζεται και ο αναστεναγμός που βγαίνει είναι μια γλυκιά πνοή πριν την αναμονή. Φωνή δειλή, προθέσεις καθαρές και… μια ελπίδα για αλλαγή. Ποτέ πια τα ίδια. Ακόμα κι αν η διαδρομή είναι όμοια, οι σταθμοί έχουν νέο όνομα. “Proxima ectasion: esperanza!!” ένα ευθύβολο βλέμμα, αναπνοή πριν βυθιστείς …στο απόλυτο άγνωστο.
Βήματα διστακτικά…ένα, δύο, τρία – αργά, γρήγορα στο πλάι και μετά…., μην κοιτάς κάτω, νιώσε τον ρυθμό / δεν ξέρω … δεν νομίζω ότι μπορώ να θυμηθώ / κι αν…/ αν χάσεις τον βηματισμό σου, θα σ’ οδηγήσει εκείνος και η μουσική. Σημασία έχει η αρμονία. Ξέρεις και οι χάντρες όταν πέφτουν, συμπαρασύρουν και άλλες στον τρελό χορό τους, ποτέ δεν είναι μόνες τους./ κι αν δεν είναι καλύτερα; / σημασία έχει να το κάνεις καλά. Δεν χρειάζεται να κλέψεις την προσοχή. Έχεις στα αλήθεια ανάγκη από κοινό; Αγνόησε τους. συγκεντρώσου στο καλά.. το καλύτερα θα ‘ρθει όταν το καλό δεν θα είναι αρκετόΣτιχομυθίες χωρίς νόημα, συναισθήματα μ’ ουσία.
Πόσο πληγώνει η ανταλλαγή . έκθεση και ανταμοιβή. “Jewel box of sadness/ waiting to catch your tear/ you left some stars in my belly”…Μα δεν ξέρεις ότι μισώ τα κοσμήματα;
amy

Πέμπτη, Απριλίου 13, 2006

χρόνος - φόνος

Oh how I realised how I wanted time,
Put into perspective, tried so hard to find

Νιώθω το χρόνο να κυλάει μέσα από τα χέρια μου όπως τα χρυσά δολάρια μέσα από τα δάχτυλα του Ντόναλντ Ντακ (ως γνωστόν το ναυτοντυμένο παπί ποτέ δε μπόρεσε να κρατήσει χρήματα στα χέρια του). Και δε θέλω ούτε να γίνω ο Σκρουτζ Μακ Ντακ των στιγμών ούτε να μπλέξω σε ατέρμονες φιλοσοφικές συζητήσεις - για το αν ο χρόνος είναι σχετικός, κυκλικός, ανύπαρκτος κτλ-. Θέλω απλά να ξέρω γιατί, μα το διάβολο, κάθε φορά που τελειώνει η μέρα, αισθάνομαι πως δεν έχω προλάβει να κάνω τίποτα από όλα αυτά που ανάδευα στο αγουροξυπνημένο μυαλό μου, την αυγούλα, όταν η αφύπνιση του κινητού βάραγε για έκτη φορά.
Στη δουλειά ξεκινάς να κάνεις κάτι που ξέρεις -μόνο εσύ όμως (και δεν είναι ανάγκη να ταυτίζεστε, για μένα χρησιμοποιώ το δεύτερο πρόσωπο)- πως έχει ήδη καθυστερήσει και ο πέλεκυς του ντεντλάιν επίκειται βαρύς, αλλά μια σειρά σατανικών συγκυριών φαίνεται να επιβραδύνουν τα πάντα:
Η κυρά Κούλα που δουλεύει στο ίδιο γραφείο με σένα θα σου ζητήσει να της δείξεις πως δουλεύει το φωτοτυπικό, αλλά μια και το ξέρεις τόσο καλά, δεν της βγάζεις εσύ φωτοτυπίες το παιδικό βιβλίο των αγγλικών που δανείστηκε από τη κυρά Μάγδω, για να το δώσει στην δεκάχρονη ανιψιά της που λατρεύει τα αγγλικά; -(θα μου πείτε θα μπορούσες να αρνηθείς αλλά υπάρχει και η ηθική αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ). Την άλλη μέρα μπορεί και να σου ζητήσει να το μεταφράσεις γιατί η ανιψιά της δεν κατάλαβε λέξη αλλά είπαμε έχει και η ηθική τα όριά της-.
Ο διευθυντής άξαφνα θα θυμηθεί τον κατευθυντήριο ρόλο του και θα συγκαλέσει μίτινγκ.
Η Χρυσάνθη που βγαίνει στη σύνταξη αποφασίζει να κάνει μια γιορτή, έτσι για να τη θυμόμαστε (αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό γιατί μετά από μερικά κρασάκια όλοι γίνονται γκολ και μπορείς να παρακολουθήσεις φοβερά σκηνικά, έλα όμως που βιαζόμαστε).
Να μην δεις λίγο και τα e-mail; Αν έκανε κανείς κανά κόμεντ στο μπλογκ;
Τελικά θα αρχίσεις να κάνεις αυτό που ήθελες-έπρεπε και εκεί που έχεις πιάσει ρυθμό συνειδητοποιείς πως πάπαλα για σήμερα, πρέπει να φύγεις για κάπου αλλού όπου σε καλεί το καθήκον, για το πανεπιστήμιο ας πούμε. Εκεί θα πρέπει να παρακολουθήσεις το μάθημα του Κου Νυσταλογείτονα όπου για να μην κοιμηθείς θα πρέπει να έχεις κάνει ενέσεις καφεΐνης με αυτές τις σύριγγες που κάνουν τις τσιμεντοενέσεις στα σεισμόπληκτα. Μετά από την εμπνευσμένη παράδοση, ο Κος Νυσταλογείτονας θα σου παραδώσει μια ογκώδη βιβλιογραφία για να σε βοηθήσει να συντάξεις την εργασία σου για τη σεξουαλική ζωή του ιππόκαμπου (λέμε τώρα).
Μετά πες πως φεύγεις για το σπίτι. Είναι πολλά αυτά που θα ήθελες: να διαβάσεις ένα βιβλίο, να ακούσεις μουσική, να γράψεις, λίγη γυμναστικούλα, γιατί έχουμε γίνει και ερέιπια, άντε να ξεκινήσεις και την εργασία (μία από τις πολλές). Δεν τα κάνεις όμως γιατί πρέπει πρώτα να κάνεις κάτι να φας, να ξαπλάρεις λίγο, λίγο ΤV (βοηθάει στο να μη σκέφτεσαι τίποτα και έτσι καθαρίζει και το μυαλό), κάπου εκεί ρίχνεις και έναν υπνάκο.
Ξυπνάς και πρέπει να συγυρίσεις λίγο γιατί δεν έχεις που να πατήσεις, να βάλεις πλυντήριο γιατί δεν έχεις τι να φορέσεις. Με απίστευτη βαρεμάρα θα ανοίξεις το βιβλίο του Νυσταλογείτονα για τον ιππόκαμπο και καθώς η φωτογραφία του αρσενικού ζώου που έχει στο στομάχι του τα αυγά του θηλυκού θα σε οδηγήσει στη δισκοθήκη γιατί κάπου το έχεις ξαναδεί αυτό, των Νιρβάνα είναι όχι του Νυσταλογείτονα, θα χτυπήσει το κινητό. Ο Πέτρος είναι (λέμε τώρα), ναι φυσικά θα βγεις, πρέπει να ξεσκάσεις και λίγο.
Και όταν θα γυρίζεις μετά τα μεσάνυχτα, με πολύ καλούς λόγους για να έχεις χανγκόβερ την επομένη, ξέρεις πως έχει περάσει μια μέρα…

(συνεχίζεται, κάποτε)

Μόνγκο

Ξε - pause ! ? ! ?

Καθώς οι γρίλιες αφήνουν τη νύχτα να διαπεράσει το δωμάτιο και να μαρκάρει στενά το φως στο κομοδίνο που τρεμοπαίζοντας χορεύει στις σελίδες της πρωινής εφημερίδας, αισθάνεσαι το χρόνο να επιδίδεται σ’ ένα ασυναγώνιστο τρέξιμο. Περισσότερο απ’ οποτεδήποτε άλλοτε, νιώθεις πιο έντονα τον χειμώνα αυτές τις μέρες. Κυλάει σαν χάδι σε βελούδινο ύφασμα, , ξεγλιστρά κάτω από τα σκεπάσματα και ψάχνει το φως που φεύγει νωρίς. Οι ρυθμοί είναι πιο βραδείς αυτή την εποχή και έτσι και εσύ βρίσκεις καταφύγιο σε αναβολές, επαναπαύεσαι στις σιωπές και ψάχνεις απαντήσεις σ’ όλα τα λάθος μέρη ˙ όλα τα λάθος πρόσωπα. Ας έρθει η ζέστη λοιπόν έστω κι αν συνοδεύεται από το ερωτηματικό: θα ξεπαγώσει το μυαλό;
Μα, δεν έχει κουραστεί πια να τρέχει; Τα βήματα βαραίνουν, τα βλέφαρα λυγίζουν και αυτό διανύει αποστάσεις που μόνο σπασμωδικές ερωτήσεις μπορούν να το επαναφέρουν στην ευφάνταστη … πραγματικότητα:
– Πώς μοιάζει ο κόσμος πίσω από μια πόρτα πλυντηρίου;
– Μπορεί μια αυθαίρετη, αισθητική παρέμβαση να αμβλύνει την ένταση της δημόσιας κακογουστιάς;
– Είναι δυνατόν ένα σοβαρό θέμα να εγείρει αστείες αντιδράσεις;
– Όταν προσφέρεις ένα χέρι βοήθειας, σε νοιάζει πράγματι ο αποδέκτης ή ο κατευνασμός της ένοχης συνείδησης που προσφέρει ή ίδια η πράξη;
– Τα σημεία στίξης έχουν σημασία στον προφορικό λόγο κι αν ναι γίνονται αντιληπτά …απ’ όλους …κατά τον ίδιο τρόπο;
– Γιατί το γεια φθείρεται όταν μετατρέπεται σ’ αντίο ενώ όχι το αντίστροφο;
Η χθεσινή μέρα ξεφτίζει στο ημερολόγιο κάτω από την ανυπομονησία της επόμενης και η σκέψη καθαρίζει κάποτε κάτω από το βουητό πράξεων που αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν επαναπροσδιορίζονται. Μία, μία οι ερωτήσεις απαντιούνται έστω και με την αντίστροφη φορά από εκείνη που είχες σχεδιάσει.
Αν πολλές προσόψεις πλυντηρίων μπορούν να φτιάξουν κάτι που να μοιάζει σαν καταφύγιο, κάτι που να θεωρείται τέχνη, κάτι που να προκαλεί συζήτηση τελοςπάντων, τότε δεν πειράζει να ονειρεύεσαι… διαφορετικά ˙ τότε ίσως η εναλλαγή των τεχνητών διαχωρισμών, ή ύπαρξη ορίων να είναι κάτι παραπάνω από μια επανάληψη ( οι εποχές μου, θυμάσαι το Μίλτο;)
Γι’ αυτό δεν λυπάσαι που φεύγει – οριστικά – ο χειμώνας; Μοιάζει με το γνωστό παιδικό τραγουδάκι: “ I know a turtle, he lives in a shell; he likes his home very well. He pokes out his head when he wants to eat and puts it back in when it’s time to sleep.” Σαν την χελώνα που βγάζει το κεφάλι από το όστρακο όταν πεινάσει, είναι καιρός προς αναζήτηση της βροχής. Όχι αυτής που θα σε κάνει μούσκεμα ένα απόγευμα Τρίτης που θα τρέχεις κάτω από τις στέγες, προσπαθώντας να προφυλαχθείς. Ούτε αυτής που θα σ’ αφήσει με μια αλμυρή γεύση όταν θα ’χεις πατήσει το κουμπί του rewind. Είναι αυτή που θα αφεθείς μέσα της χωρίς να χρειαστείς αδιάβροχο. Είναι μια βροχή που ψάχνεις, που θέλεις.
– «Εγώ θυμάμαι. Εσύ;»
– «Ναι, αλλά δεν θα ξεχειμωνιάσω περιμένοντας. Μου μύρισε άνοιξη.»
amy

Κυριακή, Απριλίου 09, 2006

πιο ...κοντά

Κι αν νιώθεις τις σταγόνες από τις – βρετανικής αισθητικής – ταινίες με τις στυλιζαρισμένες μουσικές, τις χορογραφημένες κινήσεις και το κάτι απροσδιόριστα ψεύτικο στις μελωδίες, δεν χρειάζεται να ανησυχείς ˙ προλαβαίνεις ακόμα τη βροχή ˙ αυτή που θα σκεπάσει τις έγνοιες, θα εστιάσει μόνο σ’ εκείνους και εκείνα που σ’ αφορούν και θα σε πάει πίσω.
Όχι, μην ανησυχείς ˙ αυτή η μουσική δεν εξαντλείται στην αναπόληση και το αναμάσημα της μόδας έτσι που να προσιδιάζει σε κάτι που να μοιάζει με πάθος.
Τα συναισθήματα ανακυκλώνονται, οι μελωδίες αλλάζουν και όλα άπτονται του προσωπικού σου γούστου ˙ ακόμα κι αυτό όμως εξελίσσεται.
Και έτσι το σήμερα συνεχίζει να σε γεμίζει με αισθήματα αγαλλίασης, η κραυγή πριν από την πτώση επιμένει να μοιάζει αναπόφευκτη ενώ τα κομμάτια που προτίθεται να γίνει κάποιος που εκτίθεται μπροστά σου προκειμένου εκείνη να δει τον πόνο στα μάτια του εξακολουθούν να λειτουργούν λυτρωτικά ίσως γιατί ξεχνάς το ποιος, το γιατί και έρχεσαι …πιο κοντά.
amy

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

πλαγίως

Όπως και να το δεις, η κίνηση αυτή ανατρέπει τη φυσική φορά των τάσεων, των προβλέψεων, αλλά πολύ περισσότερο των προσδοκιών.
Σε μια εφημερίδα είναι η μικρή, διπλανή στήλη.
Σ’ έναν τοίχο είναι το graffiti που μισό-φαίνεται κάτω από τα poster που διαφημίζουν μια συναυλία.
Σ’ ένα cd είναι το κομμάτι που προσπερνάς αρχικά για να φτάσεις στο hit.
Σε μια συναυλία είναι το αγχωμένο group που παίζει support για το main act.
Σ’ ένα ταξίδι είναι το αργόσχολο τριγύρισμα των σκέψεων πριν βρουν το θάρρος να αποδεχτούν το όνομα ενός ενδιάμεσου σταθμού.
Σε μια συζήτηση είναι τα λόγια που στριφογυρίζουν κάτω από μια επιθυμία που επιμένει να μην αποκαλυφθεί.
Πλάγιος λόγος ˙ σύνταξη έμμέση με τον υπαίτιο να κρύβεται.
Στην γραμματική σου μαθαίνουν να μιλάς διαφορετικά όταν ο λόγος σου είναι επίσημος. Όταν ντύνεις τα λόγια σου με βραδινό ένδυμα πρέπει να εμφανίζεσαι ασυνόδευτη. Είναι πιο εύκολο έτσι. Το στήριγμα στους «πλάγιους συγγενείς», τις χιλιοειπωμένες, φτωχές λέξεις μόνο σε δύσκολη θέση μπορούν να σε φέρουν. Και εσύ έχεις ξεχάσει από καιρού να λυγίζεις το μέσο δάχτυλο των δύο χεριών που διαχωρίζει το πραγματικό από την αντιγραφή. Η εμμονή σου να μην παραπέμπεις σ’ έχει θέσει εκτός και έτσι βαδίζεις αλλού…αλλιώς.
Πλαγιότροπα και παρεξηγήσιμα ˙ σαν ένα παράσιτο στην κανονική ροή ˙ μ’ ένα μόνιμο ερωτηματικό να υπονομεύει την κάθε σου κίνηση.
Κι αν δεν; Κι αν; Και άμα;
Κι(α)μως : ο γνωστός τραγουδιστής σου δείχνει τον δρόμο. Μ’ αποφασιστική φωνή και τεντωμένα χέρια σου φωνάζει ρυθμικά και επαναλαμβανόμενα «παρ’ τα όλα !»
Ειρωνικό γελάκι; Σου αρέσει το αφελές motto και γι’ αυτό σπεύδεις να ανταποδώσεις αυτή τη φορά με τεντωμένα τα δάχτυλα.
Δεν μπορεί κάτι θα ξέρουν. Μικροί χειροκροτητές υπάρχουν κι αλλού, κι ας μην φοράνε κομματικές φανέλες. Κι ας μην πασχίζουν να συγκεντρώσουν ψήφους με υπαίθριες συναυλίες βραδινού, «λαϊκού» θεάματος.
Ξέρεις, οι αβρότητες κι οι μάσκες με τα γλοιώδη χαμόγελα και τα στενά μπλουζάκια υπάρχουν κι αλλού ˙ κάποιοι μικροί που δεν λένε να μεγαλώσουν και γι’ αυτό υιοθετούν ξένους τρόπους, λογικές ως και ιδέες. Κοπιάρουν και παίζουν μπάλα με αυτοπεποίθηση ομάδας πρώτης εθνικής ενώ είναι ολοφάνερο ότι ουδεμία σχέση με το άθλημα έχουν. Δέχονται γκολ απ’ όλες τις κατευθύνσεις: ανεργία, ανασφάλεια, αβεβαιότητα, υποκρισία κι αυτοί αυτάρεσκα χαμογελούν προσπερνώντας το ύποπτο χαμόγελο της ειρωνείας που διαγράφεται στον όχι και τόσο μακρινό ορίζοντα.
Βλέπουν μα δεν παρατηρούν: τα δάχτυλά της που παίζουν με τα κλειδιά, το μολύβι με την μισοφαγωμένη άκρη που εξέχει από το στενό της τζιν, το χαρτομάντιλο με την ξεφτισμένη ύφανση που προσπαθεί να βγάλει με την ιδρωμένή της παλάμη από την τσέπη του μπουφάν της.
Καθώς γυρίζει την πλάτη της, αποκαλύπτοντας με το απότομο τίναγμα των μακριών της μαλλιών την προτίμησή της για ένα μεταλλικό συγκρότημα, ξέρεις ότι είναι πολλά που δεν έχει πει. Η μικρή με τα ντροπαλά συγνώμη, τις μονολεκτικές απαντήσεις και τις αδέξιες κινήσεις κάποτε θα σου μιλήσει. Όταν μεγαλώσεις (ίσως;)
amy

Τετάρτη, Απριλίου 05, 2006

what is it you seek?

Μερικές φορές δεν χρειάζονται δικαιολογίες ˙ πολύ περισσότερο απολογίες. Απλώς, να… είναι το μέσο που μπερδεύει. Κάνει τον άλλο να βλέπει θολά ˙ να μπερδεύει τις προθέσεις με τις εκδηλώσεις (They do not always coincide, you see.) Εάν η ειλικρίνεια σημαίνει κάτι όμως, τότε δεν χρειάζονται εξηγήσεις.

“It is in what you seek
Not in what you find.”

When you don’t know which way the wind of your disposition blows you might revert to old stuff; you know, things you want to forget you ever thought, wrote or dreamt about. Blame it on being swayed by the flying fancy of your mood I guess. It sure has ways of making you contradict yourself, your habits, your safety modes. No, this doesn’t include resorting to old photos to prove how much you haven’t changed. It’s about that mental trip of feeling comfortable with unspoken things, half-knitted impressions. It sort of resembles your having done badly at an exam you studied hard for and eventually end up not caring a bit about it, its background or its consequences. It’s difficult to go back that road and not feel a thing; but the naught is sure worth the trouble when you don’t spare a thought on resolved issues. Maybe it’s true what they say that a person of deep thoughts is also a person of deep feelings and therefore there’s a dynamic interaction between thinking and feeling but I’d swap the deep thoughts for deep feelings again and again. Maybe because they imply intensity without further implications. Possibly because they allude to a swinging sensation, that movement of being carried from a given to an unknown state. Mostly though because when you have your mind disconnected – do not be alarmed, temporarily I mean – you really are unaccountable. “Do not worry”, they say “it’s the state that he is in”, “he’s not talking logically”, “surely you can forgive his condition”. Momentary laps ness, fragmentary words. A mind that is given to wandering, a leash that is missing, the agent absent. Words lose their meaning when you invest too much on them, the world keeps moving you see and you “can’t hang on to something that keeps moving”; there’s something stopping you and you know it.
“l know a lot of times we fell out of line but we fell back in”
Guess what? I walked home without my glasses on. No, it wasn’t the sheer absence of wipers (it was raining you see) that compelled me to act like this. I just didn’t want anything to interfere with my perception of things outside of me; didn’t want to see through a mirror; didn’t want my senses to be distorted. The mind has a great capacity for filtering things you see and I simply avoided giving it further excuses. It’s funny how a minor detail can alter your conceptions. You always believed I thought long and hard before delivering a line. Pre-conceived ideas you would have me believe. Flocks of birds being scared by an indifferent passer by. Your fragmentary sentences sent off to a high nest, safely protected from the oncoming rain. Diluted emotions, forgotten hopes. You only pause to think when something startles you from that journey towards being lost. The sound of a but-end being put out by the water gathered in a ditch. You drive along ignoring all sounds. Your misconceptions leading you to doubt. It’s just the glasses you forgot to put on. “Everybody’s weird” believe me.
What do I do now you ask me; now that I’m feeling weird? Well, I am no expert but sometimes an unwarranted state of mind, sorry of feeling I mean, is the only thing you can do. You cannot be forever in control. You really got to stop watching all those silly movies; your fingers have been clinging to the same remote control too long. The landscape is changing. I can see it. Stop interpreting it in digits. And please stop feeling bad. You know the song I’ve been listening to, the one with the emotionally whiney singer, (I like him anyway) urges you to do the same.
Whatever you do… just… “don’t be sad”
amy

Τρίτη, Απριλίου 04, 2006

a letter to roberta sparrow


A letter to Roberta Sparrow

Η αδερφή του έχει μόλις γυρίσει σπίτι. Κλείνει τη πόρτα πίσω της και έχει ένα σκατογελάκι που δεν μπορεί να βγάλει με τίποτα. Τα κλειδιά είναι ακόμα στο χέρι, έχει περάσει καλά και δεν μπορεί να το κρύψει . Ξέρει ότι ο πατέρας την περιμένει για να την κράξει. θα είναι στο σαλόνι στην αγαπημένη του πολυθρόνα. θα έχουν βρει άλλη μια αφορμή για να τσακωθούν αλλά προς το παρόν είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεται. Στηρίζεται με τη πλάτη στη πόρτα και κλείνει τα μάτια, και τότε συμβαίνει, ανοίγει τα μάτια με τρόμο ,και όλα αλλάζουν μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο. Τι έγινε αλήθεια;

Wake up Donnie….Αργή, σταθερή και υποβλητική φωνή. Δεν θέλω να ξυπνήσω ˙ το μυαλό μου ταξιδεύει έξω από το παράθυρο του κίτρινου οχήματος. Κοιτάω έξω χωρίς να κοιτάω όμως ˙ μόνος η χωρίς παρέα. Το μυαλό μου είναι αλλού. Περίεργη ησυχία, μια συνομωσία της σιωπής, αργά μες τη πόλη που λατρεύω. Μόλις σ’ έχω αφήσει. Nothings gonna change my world or can something…..

I’ve been watching you. Σε μια άλλη άκρη της πόλης ένα μηχανάκι ξεκινά. Ίσως πέρασε άλλη μια νύχτα που σκεφτόταν εκείνη, ίσως σκέφτεται ότι δεν έπρεπε να την αφήσει να περάσει όλη τη νύχτα μαζί της ˙ για ένα περίεργο λόγο έφυγε ˙ ίσως τη δει αύριο η μήπως όχι;….

Come closer. Παλλόμενα φανάρια η εικόνα της μου δίνει τον τόνο, μου δίνει το χτύπο, μου δίνει το beat και εγώ ραπαρω πάνω στην ίδια λούπα για εκείνη .

Closer. Πόσο πιο κοντά ; πιο κοντά ˙ κανείς από τους δυο δεν ξέρει ότι σε λίγο θα συναντηθούν. Έχουν τόσα κοινά αλλά μάλλον δεν θα γνωριστούν ποτέ. Οι διαδρομές τους δεν το επέτρεψαν ποτέ. Θα είχαν τόσα να πουν, ειδικά απόψε που αυτή η τρύπα στο στομάχι όλο και μεγαλώνει και μοιάζει με μαύρη τρύπα που θα τα ρουφήξει όλα μέσα σε λίγα λεπτά.

28days 6hours 42minutes 12seconds. Άραγε πιστεύεις στο τυχαίο; Έχεις την αυταπάτη ότι μπορείς να ελέγξεις τα πάντα γύρω σου; Εγώ δεν έχω βρει ακόμα απάντηση ˙ δεν ξέρω καν αν πρέπει να πιστέψω στη διαίσθηση. Ξέρω είναι ηλίθιο αλλά θα μπορούσα να είχα ξεκινήσει λίγο πιο αργά, λίγο πιο νωρίς όμως μάλλον το ίδιο θα έκανες και εσύ.

That is when the world will end. Η μηχανή έχει αποκοπεί από το αεροπλάνο ˙ έχει αρχίσει τη πορεία της με ένα τρομαχτικό θόρυβο ˙ όλα θα τελειώσουν αλλά μπορεί και όχι, we are moving in spirals…..Δε κατάλαβα τίποτα ˙ άνοιξα τη πόρτα και πλέον έχουμε συναντηθεί μόνο που τώρα θα μιλάω μόνο εγώ. Σκόρπιος και διαλυμένος όπως εγώ, είχα κάνει λάθος ˙ ούτε εγώ μπορώ να πω τίποτα…και επιπλέον δεν έχω και το κουράγιο να σε κοιτάξω ˙ φεύγω …

Why? Γιατί με τρομάζει η ιδέα ότι αυτός που έβλεπα ήταν κάποιος γνωστός μου. Θα μπορούσε να είσαι εσύ…


Αγαπητή κυρία Sparrow,

Το βιβλίο σας έπεσε τυχαία στα χέρια μου και ομολογώ ότι το ξεκίνησα με δυσπιστία στην αρχή όμως αργότερα με κέρδισε γιατί διαπίστωσα ότι δεν είχε καμία σχέση με αυτές τις μελλοντολογικες μαλακίες που πουλάνε οι τηλεβιβλιωπωλες με τις χιτλερικές φράντζες ούτε με τις προβλέψεις του κύριου Χορταρέα. Μακρηγορώ όμως και δεν έχω πολύ χρόνο και για αυτό φταίτε εσείς. Νaι, κύρια Sparrow εσείς. Μου υποδείξατε το τρόπο να αλλάξω τα πάντα. Τα ακριβή σας λόγια ήταν τα εξής: everything has changed aabsolutely nothings changed because I can change by not changing anything at all. Θα αλλάξω τα πάντα, θα διώξω μακριά τις πιο σκοτεινές ώρες, ότι μου γάμαγε τη ψυχολογία γυρνώντας πίσω εκεί όπου όλα ξεκίνησαν. Στο σημείο που την είχα γνωρίσει. Όταν θα γυρίσω πίσω στη στιγμή μηδέν όλα θα ξεκινήσουν από τηn αρχή και το κουβάρι της γνωριμίας θα ξετυλιχτεί πάλι. Ο βάλτος των ανθρώπινων σχέσεων θα αποχτήσει και πάλι νόημα.

Και πάλι σας ευχαριστώ από βάθους καρδίας για όσα μου υποδείξατε.
Δεν αντέχω τον πειρασμό, θα κλείσω με τα δικά σας λόγια
“…and I find it kind of funny I find it kind of sad the dreams in which I’m dying are the best I’ve ever had….”

Ειλικρινά δικός σας,

Ένας θαυμαστής του έργου σας.


The morning after…. Ο χοντρός που ξεφούσκωσε μετά την εξαντλητική δίαιτα (τη γνωστή δίαιτα: όλα είναι προς βρώση, όλα είναι προς πόση), και έπαιζε καντενάτσιο κάθε πρωί διαβάζοντας τους τίτλους των πρωινών εφημερίδων (γιατί πως αλλιώς θα γέμιζε μια τρίωρη πρωινή εκπομπή που άρχιζε από τα μαύρα χαράματα, αφιέρωσε τριάντα πολύτιμα δευτερόλεπτα του πολύτιμου χρόνου του σε μια είδηση που δεν άξιζε τίποτα παραπάνω για αυτόν από το να περάσει στα ψιλά. Επιστρέφουμε λοιπόν το μικρόφωνο στο μουσάτο χοντρούλη.

Τραυματίστηκε σοβαρά τις πρώτες πρωινές ώρες νεαρός που επέβαινε σε μηχανάκι μικρού κυβισμού όταν συγκρούστηκε με ένα ταξί . Σύμφωνα με τη κατάθεση του ταξιτζή ο νεαρός έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα. Το μόνο που είπε πριν μεταφερθεί με το ασθενοφόρο ήταν τα εξής: Σ’ ευχαριστώ Roberta , γύρισα πίσω…


$onick


γράφηκε υπό την επήρεια των παρακάτω:

Sonic youth – wildflower soul
Michael Andrews – mad world
The clash – straight to hell
Luis Bonfa – manha de carnival
Morphine – cure for pain
Bokomolech – slow freedom
The earthbound – answer
Yeah yeah yeahs – warrior.

Δευτέρα, Απριλίου 03, 2006

days 0f n0thing

Οι μέρες της μοναξιάς είναι δύσκολες
Τις μέρες της μοναξιάς η ανοιξιάτικη βροχή που ποτίζει τη γη γίνεται μπόρα που φτύνει ένας μολυβένιος ουρανός
Οι δουλειές της ημέρας γίνονται ένας φουρτουνιασμένος ωκεανός υποχρεώσεων
Τα πόδια γίνονται αργά, τα χέρια βαριά και το μυαλό στραγγίζει
Ο κόσμος φαίνεται ξένος και δύσκολος

Σε περιμένω να γυρίσεις

Μόνγκο