Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

πλαγίως

Όπως και να το δεις, η κίνηση αυτή ανατρέπει τη φυσική φορά των τάσεων, των προβλέψεων, αλλά πολύ περισσότερο των προσδοκιών.
Σε μια εφημερίδα είναι η μικρή, διπλανή στήλη.
Σ’ έναν τοίχο είναι το graffiti που μισό-φαίνεται κάτω από τα poster που διαφημίζουν μια συναυλία.
Σ’ ένα cd είναι το κομμάτι που προσπερνάς αρχικά για να φτάσεις στο hit.
Σε μια συναυλία είναι το αγχωμένο group που παίζει support για το main act.
Σ’ ένα ταξίδι είναι το αργόσχολο τριγύρισμα των σκέψεων πριν βρουν το θάρρος να αποδεχτούν το όνομα ενός ενδιάμεσου σταθμού.
Σε μια συζήτηση είναι τα λόγια που στριφογυρίζουν κάτω από μια επιθυμία που επιμένει να μην αποκαλυφθεί.
Πλάγιος λόγος ˙ σύνταξη έμμέση με τον υπαίτιο να κρύβεται.
Στην γραμματική σου μαθαίνουν να μιλάς διαφορετικά όταν ο λόγος σου είναι επίσημος. Όταν ντύνεις τα λόγια σου με βραδινό ένδυμα πρέπει να εμφανίζεσαι ασυνόδευτη. Είναι πιο εύκολο έτσι. Το στήριγμα στους «πλάγιους συγγενείς», τις χιλιοειπωμένες, φτωχές λέξεις μόνο σε δύσκολη θέση μπορούν να σε φέρουν. Και εσύ έχεις ξεχάσει από καιρού να λυγίζεις το μέσο δάχτυλο των δύο χεριών που διαχωρίζει το πραγματικό από την αντιγραφή. Η εμμονή σου να μην παραπέμπεις σ’ έχει θέσει εκτός και έτσι βαδίζεις αλλού…αλλιώς.
Πλαγιότροπα και παρεξηγήσιμα ˙ σαν ένα παράσιτο στην κανονική ροή ˙ μ’ ένα μόνιμο ερωτηματικό να υπονομεύει την κάθε σου κίνηση.
Κι αν δεν; Κι αν; Και άμα;
Κι(α)μως : ο γνωστός τραγουδιστής σου δείχνει τον δρόμο. Μ’ αποφασιστική φωνή και τεντωμένα χέρια σου φωνάζει ρυθμικά και επαναλαμβανόμενα «παρ’ τα όλα !»
Ειρωνικό γελάκι; Σου αρέσει το αφελές motto και γι’ αυτό σπεύδεις να ανταποδώσεις αυτή τη φορά με τεντωμένα τα δάχτυλα.
Δεν μπορεί κάτι θα ξέρουν. Μικροί χειροκροτητές υπάρχουν κι αλλού, κι ας μην φοράνε κομματικές φανέλες. Κι ας μην πασχίζουν να συγκεντρώσουν ψήφους με υπαίθριες συναυλίες βραδινού, «λαϊκού» θεάματος.
Ξέρεις, οι αβρότητες κι οι μάσκες με τα γλοιώδη χαμόγελα και τα στενά μπλουζάκια υπάρχουν κι αλλού ˙ κάποιοι μικροί που δεν λένε να μεγαλώσουν και γι’ αυτό υιοθετούν ξένους τρόπους, λογικές ως και ιδέες. Κοπιάρουν και παίζουν μπάλα με αυτοπεποίθηση ομάδας πρώτης εθνικής ενώ είναι ολοφάνερο ότι ουδεμία σχέση με το άθλημα έχουν. Δέχονται γκολ απ’ όλες τις κατευθύνσεις: ανεργία, ανασφάλεια, αβεβαιότητα, υποκρισία κι αυτοί αυτάρεσκα χαμογελούν προσπερνώντας το ύποπτο χαμόγελο της ειρωνείας που διαγράφεται στον όχι και τόσο μακρινό ορίζοντα.
Βλέπουν μα δεν παρατηρούν: τα δάχτυλά της που παίζουν με τα κλειδιά, το μολύβι με την μισοφαγωμένη άκρη που εξέχει από το στενό της τζιν, το χαρτομάντιλο με την ξεφτισμένη ύφανση που προσπαθεί να βγάλει με την ιδρωμένή της παλάμη από την τσέπη του μπουφάν της.
Καθώς γυρίζει την πλάτη της, αποκαλύπτοντας με το απότομο τίναγμα των μακριών της μαλλιών την προτίμησή της για ένα μεταλλικό συγκρότημα, ξέρεις ότι είναι πολλά που δεν έχει πει. Η μικρή με τα ντροπαλά συγνώμη, τις μονολεκτικές απαντήσεις και τις αδέξιες κινήσεις κάποτε θα σου μιλήσει. Όταν μεγαλώσεις (ίσως;)
amy