Τρίτη, Απριλίου 25, 2006

Αρνί σε ευχαριστούμε


Επιτέλους θα τρώγαμε.

Εδώ και σαράντα ημέρες, από τότε δηλαδή που η μοίρα με τη μορφή ενός παγωμένου ογκόλιθου μας ξέβρασε σε αυτή την ερημιά, η μόνη τροφή που είχαμε ήταν ρίζες και σκουλήκια, με άλλα λόγια μας είχε φτάσει το στομάχι στην πλάτη.
Πρώτος το άκουσε ο Τζον, ήταν βαθιά μέσα στο βράδυ και εγώ κοιμόμουν.
Με σκούντησε, "Τζακ ξύπνα".
"What the fuck ", είπα αυτόματα γιατί είμαι λάτρης του ύπνου και εκνευρίζομαι όταν με ξυπνάνε.
Δε μου απάντησε. Η φωνή του ζώου, αυτός ο βαθύς, λαρυγγιστός, μονοσύλλαβος, επαναλαμβανόμενος ήχος ήταν η απόκριση στην απορία μου.
Βγήκαμε έξω από την προχειροφτιαγμένη καλύβα. Κοιτάξαμε προς την κατεύθυνση της φωνής. Δεν ήταν δύσκολο να το εντοπίσουμε, καθόταν επιδεικτικά στην κορυφή του λόφου, στο κέντρο του νησιού, και το γεμάτο φεγγάρι που ήταν ακριβώς πίσω του, έκανε τη σιλουέτα του να διαγράφεται σα φιγούρα σε κινηματογραφικό πανί. Σε ποιον μίλαγε άραγε (στο φεγγάρι; στο δημιουργό του; σε μας τους δυστυχείς;) με το συνεχές βέλασμα του : Μπεε -Μπεεε –Μπεε.
Δε βιαστήκαμε, ξέραμε πως δεν είχε νόημα να το κυνηγήσουμε μέσα στη νύχτα. Ξαφνικά γνωρίζαμε τι ακριβώς έπρεπε να κάνουμε, βαθιά κρυμμένα, αρχέγονα, κυνηγετικά ένστικτα είχαν αρχίσει να ξυπνάνε μέσα μας.

Την άλλη μέρα ετοιμάσαμε τα όπλα μας. Ακονίσαμε στα βράχια κλαδιά ώσπου να γίνουν αιχμηρά και βγήκαμε στο κατόπι του. Δεν το βλέπαμε, αλλά ακούγαμε συνέχεια το βέλασμα του. Σιγά-σιγά μάθαμε να ακολουθούμε και τα υπόλοιπα ίχνη του: λωρίδες από μασημένα χόρτα μέσα στην πυκνή βλάστηση, στρογγυλά γυαλιστερά περιττώματα σα μαύροι βόλοι.
Το μυστηριώδες αυτό ζώο φαινόταν να διαθέτει εξαιρετική ευφυία. Μας είχε εμπλέξει σε ένα μυστηριώδες παιχνίδι όπου δε ξέραμε αν είμαστε οι κυνηγοί ή οι κυνηγημένοι. Μας έκανε να νομίζουμε πως το πλησιάζουμε, για να ακούσουμε άξαφνα τη φωνή του στην άλλη άκρη του νησιού. Μας έβαζε να κάνουμε κύκλους που δεν οδηγούσαν πουθενά. Και εμείς βυθιζόμασταν όλο και πιο βαθιά στη ζούγκλα του νησιού αλλά και στη ζούγκλα μέσα μας. Είχαμε αρχίσει να κοιτιόμαστε περίεργα μεταξύ μας και να τσακωνόμαστε για ασήμαντες αφορμές. Ήταν σαν αυτό το ζώο να είχε ανοίξει την πόρτα της κόλασης και πλέον γνωρίζαμε πως όλα αυτά θα τελείωναν μόνο όταν αυτό θα αποφάσιζε να μας προσφερθεί από μόνο του.

Εκείνη τη μέρα επιτέλους το είδαμε. Ήμασταν πολύ κοντά στο να πεθάνουμε από την εξάντληση ή να σκοτώσει κάποιος από εμάς τον άλλο. Με τις τελευταίες δυνάμεις που μας απόμεναν παραμερίσαμε κάποια ακόμη φύλλα από φοίνικες, και να! στα βράχια στην άλλη άκρη του μικρού ξέφωτου που ανοίγονταν μπροστά μας, στέκονταν αυτό. Μείναμε εκστατικοί να το κοιτάμε. ήταν κάτασπρο με ένα αφράτο τρίχωμά που έμοιαζε με ρούχο. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να φύγει, για ακόμη μια φορά οδηγούσε τα πράγματα εκεί που αυτό ήθελε. Έβγαλε δύο φορές την ιαχή του Μπεε –Μπεε και μετά μας κοίταξε με ένα βλέμμα που ήταν σαν να πέταγε αστραπές. Το κοιτάξαμε υπνωτισμένοι για κάποιες στιγμές. Άξαφνα, ο Τζον βγάζοντας μια κτηνώδη κραυγή που έμοιαζε να έρχεται από τα βάθη των αιώνων, χίμηξε πάνω του και του κάρφωσε το κοντάρι στο κρανίο. Έτρεξα και εγώ καταπάνω του. Βγάζοντας ζωώδεις κραυγές αρχίσαμε να του πετάμε πέτρες. Με τρομερή βιαιότητα, με ένα μικρό μαχαίρι του βουτύρου, το γδάραμε σε απίστευτο χρόνο και το αίμα του που μας πιτσιλούσε ήταν για μας σαν τη βροχή στον άνυδρο κάμπο. Φάγαμε λίγα κομμάτια ωμό κρέας, αλλά συγκρατηθήκαμε, ξέραμε πως έπρεπε να ακολουθήσουμε όλο το τελετουργικό.

Το δέσαμε σε ένα κορμό και το κουβαλήσαμε στην παραλία μας. Εκεί, σε ένα από τα μπαούλα που είχε ξεβράσει μαζί μας η θάλασσα και άνηκε σε έναν Έλληνα, βρήκαμε μια σούβλα. Διόλου περίεργο αν αναλογιστούμε πως το πλοίο κατευθύνονταν στη Νέα Υόρκη και οι Έλληνες μετανάστες εκεί διατηρούν τα περίεργα έθιμα της πατρίδας τους. Ανάψαμε φωτιά και αρχίσαμε να ψήνουμε το ζώο γυρίζοντας εναλλάξ τη σούβλα. Σκαλίζοντας στο μπαούλο του Έλληνα ανακάλυψα και ένα μπουκάλι με ένα περίεργο κρασί που έγραφε malamatina. Ήπιαμε, φάγαμε, κάναμε κεφάλι και ο Τζον άρχισε να παίζει χορευτικά τραγούδια στο μπάντζο του.
Με άλλα λόγια την κάναμε Πάσχα.


Μόνγκο

1 Comments:

Anonymous Ανώνυμος said...

Mongko na grafeis pio suxna, eisai apolausi!

12:59 μ.μ.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home