Τετάρτη, Μαΐου 31, 2006

I don't want to spoil the party


Απ’ όλες τις εργασίες που αφορούν στο σπίτι, αυτή που μισεί περισσότερο είναι το ξεσκόνισμα. Την ενοχλούν τα στρώματα σκόνης που κρύβονται κάτω από τα πετσετάκια και τα τραπεζομάντιλα. Τα βλέπει με την άκρη του ματιού της να της ζητούν να τα απομακρύνει μα εκείνη επιδεικτικά τα αγνοεί ˙ έτσι κι αλλιώς σε λίγα λεπτά δεν θα διστάσουν να ξανά-σχηματιστούν. Είναι το ίδιο μάταιο όσο το να προσπαθεί να πείσει ότι το φτέρνισμά της δεν οφείλεται σε κρύωμα αλλά είναι σύμπτωμα αλλεργίας, δηλαδή, άδικος κόπος. Στην πολλοστή φορά διάψευσης του τόσο προφανούς γι’ αυτούς αντιλαμβάνεται ότι μεταμορφώνεται στον κυβερνητικό εκπρόσωπο τύπου και απλώς παραιτείται. Εξάλλου, αξίζει τον κόπο;
Οι καλύτερες διακοπές για ’σενα θα είναι στον τόπο καταγωγής μου, της προσφέρει με ένα ύποπτο χαμόγελο ως απάντηση – περισπασμό η μικρή της φίλη ονόματι Pucca, φέρνοντας προφανώς στην σκέψη της τις κερασιές που πλημμυρίζουν τον τόπο της τέτοια εποχή. Ποια εποχή; Η άνοιξη έχει αποχωρήσει ˙ τα χελιδόνια ήδη της γνέφουν αντίο καθώς αποδημούν σ’ άλλες περιοχές ενώ τα καλοκαιρινά στιγμιότυπα ήδη έχουν αρχίσει να αποτυπώνονται στη μνήμη της. Ο φωτογραφικός της φακός έχει θολώσει από την ζέστη όμως και έτσι θα πρέπει να αρκεστεί σε εφήμερες στιγμές, αναμνήσεις που δεν θα μπορεί να ξεφυλλίσει παρά μόνο στο μυαλό της, που με ή χωρίς αλκοόλ δεν είναι τόσο… νηφάλιο αυτό τον καιρό.
Το βλέπει και η ίδια άλλωστε αυτό στην φευγάτη διάθεση των γύρω της, τα απλωμένα κοντομάνικα ρούχα στα μπαλκόνια, τον ενθουσιασμό για το επερχόμενο μουντιάλ, τις παγωμένες μπύρες που στοιβάζονται πάνω στα τραπεζάκια καθώς το βλέμμα στρέφεται στις βραδινές εικόνες της τηλεόρασης ή δροσίζεται στην χωρίς τέλος κίνηση στους δρόμους – πασαρέλες.
Μόνο αυτή η πασχαλιά, το δέντρο απέναντί της, δεν λέει να απεκδυθεί την ανοιξιάτικη φορεσιά της. Επίμονα ανθοφορεί διεκδικώντας τον θαυμασμό της ενώ εκείνη μάταια αποζητά την χαμένη της αυτοσυγκέντρωση. Προσπαθεί να διαβάσει, αλλά ξεφυλλίζει τα μουσικά περιοδικά. Κάνει εργασίες υποτίθεται ενώ βυθίζεται στα δροσερά νερά των επερχόμενων soundtrack που δεν λένε να δυναμώσουν την ένταση. Έχουν μπουκώσει τα ηχεία, είναι και μεσημέρι. Και έτσι χαζεύει, ρίχνει κλεφτές ματιές απέναντι. Κλέβει στιγμιότυπα. Το μοβ χρώμα της τραβάει την προσοχή. Έχει βλέπεις πλημμυρίσει τα κλαδιά της, που ευγνώμονα ακλάδευτα στέκουν μοναχικοί μαχητές του δυνατού ήλιου,μ’ όλες τις αποχρώσεις του. Αντιστέκονται άλλα όχι για πολύ ˙ το διάβασε και σ’ εκείνο το περιοδικό άλλωστε: «αντέχει πάρα πολύ στο κρύο και δεν προσβάλλεται εύκολα από ασθένειες. Αγαπάει το φως, όχι όμως και την έκθεση στον δυνατό ήλιο του καλοκαιριού, που μπορεί να προκαλέσει ζημιά στο φύλλωμά της.»
Αντίο λοιπόν, πρόσκαιρα και μόνο, πρέπει να ετοιμάσει τις αποσκευές της και αυτή. Όλοι ετοιμάζονται για το καλοκαίρι, κάτι δεν πρέπει να κάνει και εκείνη; Η κοπέλα στην απέναντι πολυκατοικία για παράδειγμα από το πρωί βάζει συνεχώς πλυντήρια και γεμίζει τα σκοινιά του μικροσκοπικού της μπαλκονιού με πλούσιες υποσχέσεις. Σε λίγο έχει την εντύπωση ότι θα απλώσει και τις σελίδες των βιβλίων στις οποίες την έβλεπε να απορροφάται ολόκληρα απογεύματα, σημειώνοντας, διαγράφοντας, σκίζοντας ενώ ταυτόχρονα έκανε ατελείωτους γύρους στον μικροσκοπικό της στίβο προκειμένου να χωνέψει τους ακατανόητους γρίφους τους. Η αιωρούμενη εξεταστική όμως την έκανε ακροβάτρια πάνω στο τεντωμένο νήμα που ενώνει το νοικιασμένο της σπίτι με το αγαπημένο της νησί. Δύο μπαλκόνια πιο πάνω, κάτι πιτσιρίκια έχουν μπερδέψει το μπαλκόνι τους με πισίνα και με τα πολύχρωμα μαγιό τους (μπανιερά τα έλεγε η Εnid Blyton) κάνουν βουτιές στα πιο ρηχά νερά. Η μαμά φωνάζει στον πιτσιρικά της διπλανής μονοκατοικίας αλλά εκείνος ανένδοτος συνεχίζει να ρίχνει αυτοσχέδια βελάκια στους περαστικούς, που ανήμποροι να εξηγήσουν τι τους βρήκε και τρομοκρατημένοι από τα χτυπήματα του κουνουπιού – τίγρη, για τα οποία είχε προειδοποιήσει η αγουροξυπνημένη τηλεοπτική δημοσιογραφία, τρέχουν πανικόβλητοι στο γωνιακό φαρμακείο. Μονάχα ο εργένης ένοικος του τελευταίου ορόφου φαίνεται απαθής. Έχει χαλαρώσει στην ξαπλώστρα του επιδιδόμενος στο πιο ηλίθιο σπορ καθώς απολαμβάνει τα όσα συμβαίνουν γύρω του, ιδίως τις προτροπές του καθηγητή προς το μικρό μαθητή: μη πας στη συναυλία αύριο ˙ δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο ˙ διάβασε τα κεφάλαια που σου ’χω σημειώσει μέχρι να γίνουν το αγαπημένο σου τραγούδι.
I used to think that the day would never come, του υπενθυμίζει η αφίσα στην κολώνα με την οποία είναι έτοιμος να συγκρουστεί. Φταίει η ζέστη, η πίεση – από παντού, η αλμυρή τιμή του εισιτηρίου, τα απραγματοποίητα του όνειρα που σαν κατακάθι από ένα βαρύ καφέ επιμένουν να του αφήνουν μια μπερδεμένη γεύση.
You’ll get higher with violins and happy endings, μοιάζουν να του απαντούν οι Βέλγοι από την εισαγωγή της μουσικής συλλογής που εκείνη ετοιμάζει. Ίσως πολύ χαρούμενο για ξεκίνημα, σκέφτεται ενώ δίνει πάσα στους συμπατριώτες τους που παρεκκλίνοντας από την παρόμοια διάθεση που γενικά τους χαρακτηρίζει τραγουδούν: isn’t it always so?/ the story is unfold – at least/ you gotta a different road and now you gotta quit the scene. Ανεπίλυτοι γρίφοι, δεν μπορεί να τους ξεφύγει και τώρα μιλάει και αυτή με κώδικες… Δεν είναι αλήθεια ˙ απλώς γλιστράει στους ρυθμούς γιατί είναι πιο ευγενικοί από την χωρίς μελωδία φλυαρία. Η μάχη ανάμεσα σε τραγούδια που λένε κάτι και σε άλλα που περνάνε αδιάφορα συνεχίζεται καθώς η παρασκηνιακή μουσική του Guero αρνείται να δώσει περαιτέρω απαντήσεις και ο προπονητής ζητάει αλλαγή. Τα γυναικεία (ελεύθερα) φωνητικά ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του καθώς με το maybe not ξαφνιάζουν την έμπνευση με δόσεις ειλικρίνειας. Πετάγονται μπροστά της όμως κάτι… υποκατάστατα που μπερδεύουν το παιχνίδι με το domino και θέλουν να κλέψουν την παράσταση με το hey! did you see me coming? Προφανώς όχι, του ανταποδίδουν οι four tet δείχνοντας τις σοβαρές προθέσεις τους και βολιδοσκοπώντας τον Patric που κάτι ψελλίζει για favor. Τι να κάνει κι αυτός, μουρμουράει κάτι για difficult day ενώ ψάχνει πιθανούς, πρόθυμους συμπαίχτες. Τα μάτια του φωτίζουν στο άκουσμα του we are nowhere and it’s now και μπορεί να κάνει διάλειμμα για λίγο. Ο προπονητής διακρίνει χαλαρότητα και σκέφτεται αλλαγή – ξανά. Ο ευαίσθητος John τον απαλλάσσει από το δίλημμα σηκώνοντας πρόθυμα το χέρι του, τραγουδώντας διαδοχικά: I am a loser/ I don’t want spoil the party. Αρνητικό το κλίμα και γι’ αυτό το ημίχρονο έρχεται νωρίτερα. Is it wicked not to care?
amy