Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2006

αλλεργίες...



1.1 Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιισταμινικό για συστηματική χρήση, παράγωγο της πιπεραζίνης.

1.2 Γενικές πληροφορίες

Χρειάζεται την ισχυρή και εκλεκτική ανταγωνιστική δράση του για να ανταποκριθεί: – στις υπερωρίες που δεν πληρώνεται
– στην αυξανόμενη δημοτικότητά του στο χώρο εργασίας: όλοι προστρέχουν σ’ αυτόν αφού η οριζόντια επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη ενός γραφειοκρατικού οργανισμού είναι προτιμότερη από την αντίστοιχη κάθετη που ακούει στο όνομα κος Ζαχαρίας ο οποίος μόνο ζάχαρη δεν στάζει. Θυμάστε τον Χανς και την Γκρέτσελ; Ε, σίγουρα δεν θα κατέφευγαν σ’ αυτόν. Ο άνθρωπος σιχαίνεται τα γλυκά και το δείχνει με τον πιο πικρό τρόπο. Μάλλον το ‘χουν καταλάβει όμως και οι άλλοι συνάδελφοί του αυτό αφού προτιμούν να απευθύνονται στον βοηθό του παρά σ’ αυτόν. Και εκείνος όλο χαρά τρέχει αδιαμαρτύρητα μετά από το ελαστικό ωράριο και τα ειδικά προνόμια που έχει επιφυλάξει μόνο για τον εαυτό του στην αγκαλιά της Χάινε – Λώρε.
Τώρα με το μουντιάλ όμως έχει περιπέσει σε μια ελαφριά κατάθλιψη γιατί η αγαπημένη του θέλησε να υποστηρίξει την ομάδα της από κοντά, πολύ κοντά και αυτός είναι μακριά, πολύ μακριά της. Και όλη μέρα κλείνεται στο γραφείο του, αρνείται να απαντήσει σε τηλέφωνα – με αποτέλεσμα το δικό του κεφάλι να έχει ένα μόνιμο κουδούνισμα – και το πιο περίεργο: παραγγέλνει συνεχώς γλυκά. Καλά δεν είναι τόσο παράξενο αφού διευθύνει αλυσίδα ζαχαροπλαστείων θα ‘λεγε κανείς. Ίσως θέλει να διαπιστώσει την ποιότητα των προϊόντων που παράγει. Ίσως και να ευσταθούσε ως δικαιολογία εάν τις προάλλες δεν τον άκουγε να στολίζει την Χάινε – Λώρε με διάφορα ονόματα από τα γλυκά που είχε δίπλα του. Τι πάστα – φλώρα την είπε, τι cheesecake και ότι άλλο υλικό μπορεί να έχει μια τάρτα την φόρτωσε. Καημένη Χάινε, τόσο μακριά του και πάλι βάζει κιλά.

1.3 Ενδείξεις
Ενδείκνυται για την θεραπεία συμπτωμάτων που σχετίζονται με αλλεργικές καταστάσεις όπως:
–εποχιακή αλλεργική νευρίτιδα
–χρόνια αλλεργική αφραγκίτιδα
–χρόνια ιδιοπαθής ξέρω-τι-θέλω-μα-δεν-μπορώ-να-το-έχω κνίδωση
–χρόνια υπερευαισθησία σε επιβλαβή για την υγεία εργασιακά περιβάλλοντα
–χρόνια υπερέκθεση σε ρομαντικές ονειροπολήσεις που επιδεινώνονται από ομοιόπληκτους φίλους.

1.4 Αντενδείξεις
– «Γιατί δεν πίνει γάλα ο Darth Vader?»
– «Γιατί έχει πρόβλημα δυσανεξίας στη γαλακτόζη»

Χιούμορ που σκοτώνει ή απλώς απομακρύνει τις κοπέλες που γουστάρει.

1.5 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
1.5.1. Γενικά
– Δεν συνίσταται η χρήση του σε ενήλικες που ακόμα ασχολούνται με τα κόμικς, συλλογή δίσκων και σε περιπτώσεις που όταν οι άλλοι του λένε αποκαρδιωμένοι ότι τα πράγματα πάνε σκατά αυτός τους αφήνει αλέκους με την δήλωσή του: « Σοκολατί, το χρώμα που μ’ αρέσει πιο πολύ »
– Συνίσταται προσοχή κατά την υποβολή των ακόλουθων ερωτήσεων προς το πρόσωπό του:
– «Γιατί μένεις ακόμα με τους δικούς σου;»
– «Ποια είναι η σχέση σου με το οινόπνευμα;»

1.5.2.Οικογένεια
καλή σαν ιδέα, ωραίος σαν θεσμός όπως έγραφε και στις εκθέσεις του αλλά δεν το βλέπει σύντομα όπως λέει στους δικούς του

1.5.3 Πίστη
σε κάτι πιστεύει μα περισσότερο στον εαυτό του. Εάν δεν δουλέψει, δεν θα του δώσει κανείς χρήματα. Εκκλησία, Παιχνίδια της τύχης; Μοίρα, συμπτώσεις; Κόμματα, ιδεολογία; Πολιτικοποίηση, εξαργύρωση; Προσπαθεί απλώς να κρατάει μακριά από το μυαλό του τέτοιους ύποπτους μανιχαϊστικούς διαχωρισμούς γιατί θέλει να κρατάει την ουτοπία του ζωντανή και αποστασιοποιημένη από ζεύγη, ψεύτικες ελπίδες και ανάγκες. Μερικά πράγματα δεν υπόκεινται στον νόμο της παραγωγής–άμεσης κατανάλωσης

1.5.4 Μικρό – Απέχθειες
– ερωτήσεις που έχουν τη γενική φόρμα: «Που;», Πότε;». Τελευταίως και περιέργως δείχνει τρομαχτικά επίπεδα ανοχής στην ερώτηση «Γιατί;» αλλά φίλοι του διαβεβαιώνουν ότι αυτό συμβαίνει γιατί στο άκουσμά της τους σπάει τα τσιγάρα τους. Ο ίδιος δεν καπνίζει και εκείνοι απελπισμένοι έχουν καταφύγει στην λύση του καπνού

– αντιαισθητικές ενδυματολογικές προτιμήσεις όπως:
– λευκά, αντρικά μοκασίνια χωρίς κάλτσα
– χρυσός σ’ όλες τις μορφές του, σ’ οποιοδήποτε φύλο
– το πορτοκαλί χρώμα
– το μάσημα τσίχλας που μάλιστα συνοδεύεται από έναν έντονο μηρυκαστικό θόρυβο και το χειρότερο καταλήγει σε φούσκα που σκάει σε κοντινή απόσταση από την ψυχραιμία του

– οι ιδιοτροπίες του

1.5.5 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Αρέσκεται να μην ασχολείται με την τεχνολογία. Μετανιώνει που δεν οδηγεί μηχανή

1.6.Δοσολογία
Όταν έχει νεύρα, υπνηλία, αλκοολικές – καλοκαιρινές παραισθήσεις να μην παίρνει παραπάνω από ένα.

Ώστε εκεί οφείλεται η αναπάντεχη εξομολογητικότητά του….
amy

the contortionist's handbook


Μετά από κάποια σύγχρονα αμερικάνικα μυθιστορήματα που υποτίθεται πως θα έπρεπε να με ενθουσιάσουν αλλά με απογοητέυσανε (μιλάω για το Σβήσιμο του Percival Everett και το Ανθρώπινο Στίγμα του Philip Roth) το βιβλίο που βλέπετε στην αποπάνω φωτογραφία ήταν μια πραγματική αποκάλυψη.
To ανακάλυψα τυχαία στον Ελευθερουδάκη όπου τα διθυραμβικά-σχόλια-κράχτες του Chuck Palahniuk (Συγγραφέας του Fight Club) και του Richard Kelly (σκηνοθέτης του Donnie Darko) στο εξώφυλλο με έκαναν να το γραπώσω κατευθείαν. Δε θα μπορούσα να αγνοήσω τη γνώμη δύο ανθρώπων που φτιάξανε δύο από τις πιο αγαπημένες ταινίες μου. Α, όπως βλέπετε έχει και σχόλιο-εγκώμιο και του Irvine Welsh αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δε θα έφτανε από μόνο του για να το γραπώσω.
Το βιβλίο μιλάει για το πώς είναι να μεγαλώνεις σε μια white-trash οικογένεια, να είσαι διαφορετικός και να πρέπει να επιβιώσεις σε έναν κόσμο που καραδοκεί για να σε κλείσει στο τρελάδικο ή τη φυλακή. Ο πρωταγωνιστής από μικρός έχει ταλέντο στην πλαστογραφία (ταλέντο που μάλλον περισσότερα προβλήματα του δημιούργησε παρά έλυσε) και χρησιμοποιεί την ικανότητα του για να αλλάζει πρώτα από όλα τη δικιά του ταυτότητα για να αποφεύγει τον εγκλεισμό. Τώρα θα πρέπει να κάνει την τελευταία πράξη απόδρασής του. Contortionist είναι ο θαυματοποιός που μπορεί να χωρέσει το κορμί του σε ένα κιβώτιο και να καταφέρει να βγει από κει μέσα ζωντανός μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κοινού.
Η κριτική μου συνοψίζεται στις εξης τέσσερις λέξεις: έπαθα-την-πλάκα-μου.
Αμφιβάλλω αν κυκλοφορεί στα ελληνικά αλλά φαντάζομαι όλοι εδώ ξέρουμε να διαβάζουμε στη δεύτερη επίσημη γλώσσα μας.

Μόνγκο

Δευτέρα, Ιουνίου 26, 2006

μ' αφορμή το "ευτυχώς"

ΖΗΤOYNΤΑΙ

ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΙ - ΣΥΝΘΕΤΕΣ

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ

● Απόφοιτοι Ανώτατης Στιχουργικής Σχολής: «Φοίβος» ή – τουλάχιστον
– σχολής που αναγνωρίζεται από όλα τα πρωινάδικα της Ελληνικής Τηλεόρασης και τα βραδινά Κέντρα Ψυχαγωγίας.

● Έφεση στην δημιουργία εύπεπτων στίχων & ρυθμών – αντιστοίχως –που μπορούν να χρησιμοποιούνται:

–για εφήμερη περισυλλογή σε δύσκολες στιγμές (βλέπε: «Μόλις Χώρισα», «Υπάρχει Άλλη»)

–ως προτροπή για νέα ξεκινήματα (βλέπε: «Θέλεις Να Κάνουμε Σχέση;»)

–για αναθέρμανση της πίστης στο Θείο [βλέπε: «Μου Κάνει Πλάκα Ο Θεός», «Μ’ Αγαπάει Ο Θεός Τελευταία», «Ευτυχώς (Που Υπάρχει Θεός)»]

–για έντονη γυμναστική που όμως να απασχολεί το μυαλό με τυχών ερωτήματα που θέτει (βλέπε ενδεικτικά τον συγκεκριμένο στίχο με τα ακόλουθα (2) ερωτήματα: «…πες μου εάν έχεις κρυφό δεσμό;/ τι θα μου πεις για το σημάδι στον λαιμό;»)

● Ευχέρεια στον χειρισμό κλισέ, επαναλαμβανόμενων μοτίβων, ομοιοκαταληξιών, δακρύβρεχτων έως και μελό ιστοριών.

● Άριστη γνώση Αγγλικής, Ιταλικής & Ισπανικής γλώσσας (γνώση Tουρκικών ή άλλης γλώσσας από την Ανατολή θα εκτιμηθεί ιδιαίτερα).

ΕΠΙΘΥΜΗΤΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ

● Ικανότητα επικοινωνίας & συνεργασίας (ιδίως με άτομα άλλης εθνικότητας
και διαφορετικών ακουσμάτων)

● Γνώσεις νομικών θεμάτων – κωλυμάτων καθώς και ψηφιακής τεχνολογίας
(βλέπε copyright, πνευματική ιδιοκτησία, downloading, file – sharing κλπ)

● Γνώση των radio play lists

● Ευχάριστη και δυναμική προσωπικότητα


Οι ενδιαφερόμενοι παρακαλούνται να στείλουν αναλυτικό βιογραφικό υπ’ οψιν των ακόλουθων δισκογραφικών εταιρειών:
– Heaven
– Sony
– Minos EMI
– Nitro


Όλα τα βιογραφικά σημειώματα θεωρούνται εμπιστευτικά. Θα ενημερωθούν τηλεφωνικώς μόνο οι υποψήφιοι που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των
εταιρειών.
amy

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006

Via occulta


Πέρασμα:

1. η διάβαση.
Να προτιμάς τον ασφαλή δρόμο ˙ να περνάς από οροθετημένους χώρους, το μάτι να ανοιγοκλείνει στην θέαση ορισμένων αποχρώσεων και να υπακούς τυφλά. Στον εαυτό σου ή στους άλλους;
Να μετράς τις αποστάσεις με μισοτελειωμένες φράσεις, αυτές που υποτίθεται ότι στερούνται σοβαρότητας επειδή ανταλλάσσονται εν μέσω χαμένων ευκαιριών, χρυσών αλλαγών και αποσιωπητικών που κρύβονται πίσω από την αγανάκτηση για το μαύρο φόντο που καλύπτει την γιγαντοοθόνη ˙ αφού ο ανόητος ψηλός – ακόμα και καθιστός – με το μαύρο t-shirt ήρθε για δημόσιες σχέσεις (=οινοποσία υπό το βλέμμα μαρτύρων) γιατί δεν το κάνει τουλάχιστον πιο διακριτικά, σε πιο πίσω καθίσματα;
Οι υποτακτικές δύσκολα διαβαίνουν τον δρόμο που χρειάζεται προκειμένου να μετασχηματιστούν σε ευκτικές. Το ξέρεις αυτό όταν δίνεις συμβουλές, όταν μιλάς αλλά δεν ακολουθείς το ίδιο σου το παράδειγμα. Όταν χρησιμοποιείς το χιούμορ ως άμυνα (μήπως οι περισσότερες λέξεις που αρχίζουν από α δεν συγκλίνουν στην κυριότερη: αυτοσαρκασμός;). Η επίθεση αποδίδει και το γκολ έρχεται. Χρυσή αλλαγή αλλά οι ευτυχείς συγκυρίες απλώς επιβεβαιώνουν τον προσωρινό χαρακτήρα τους. Η ισοπαλία είναι αναπόφευκτη. Είναι εύλογο να μην θέλεις να πληγώσεις, να μην θέλεις να πληγωθείς. Η αλήθεια όμως είναι προϋπόθεση για κάθε ουσιαστική σχέση και όσο περισσότερο το αρνείσαι, τόσο πιο επίμονη θα προβάλλει στην αρχή πίσω από σκοτεινά στενάκια. Στην συνέχεια;

2. η παρέλευση.
Μερικοί την αποκαλούν ενδοσκόπηση η πραγματικότητα όμως τους διαψεύδει με τον πιο πεζό τρόπο. Είναι ο χρόνος που κυλάει αργά ενώ περιμένεις τους φίλους σου που έχουν μπλέξει στην κίνηση ˙ σε βραδινά μαθήματα ˙ σε ανόητα αφεντικά που σκοτώνουν το φιλότιμο μετατρέποντάς το σε καταναγκασμό ˙ που απλώς δεν έχουν καλή σχέση με τον χρόνο.
Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν χειρότερα και από την απειλή της μετατροπής σου σε αιώνια φοιτήτρια. Διαγραφή; Σίγουρα: των σκέψεων, της μουσικής υπόκρουσης, της ατελείωτης πασαρέλας με πρόσωπα που αρνούνται να ενδώσουν στον διαχωρισμό: επιθυμητά ή ανεπιθύμητα;
Έχεις αφήσει την βρύση ανοιχτή και οι σκέψεις στάζουν, στάζουν, στάζουν…
Είναι και αυτή η αγελάδα που ρεμβάζει ενώ το νοητικό γκράφιτι απειλεί να την βανδαλίσει ανεπανόρθωτα.

3.το μέρος απ’ όπου περνάει κάποιος.Είναι σαν μια ταμπέλα που προτρέπει να γίνεις αόρατη. Πως θα περάσουν όλοι αυτοί; Είσαι το φυσικό πέρασμα σε μέρη με κόσμο, σε μέρη με μουσική.
Δεν είσαι όμως πάντα πεζός και όλοι όσοι οδηγούν μηχανή ξέρουν πως ακόμα και στις πιο στριμωγμένες καταστάσεις υπάρχει ένα μικρό πέρασμα (απλώς δεν βλέπεις πάντα την πινακίδα που γράφει (δι)έξοδο).

4.το μέρος απ’ όπου περνάει πολύς κόσμος.Είναι οι πολυσύχναστοι δρόμοι, οι λεωφόροι που επιτρέπουν την διασταύρωση βλεμμάτων μεταξύ αγνώστων. Είναι οι πλατείες και οι γειτονιές που αντικρίζεις καθημερινά. Είναι ο χώρος που έχει ξαπλώσει ένας άγνωστος, τόσο ατημέλητος άντρας που δεν μπορείς να διακρίνεις τα χαρακτηριστικά του, την ηλικία του. Άραγε κοιμάται; Είναι ο χώρος που δημιουργεί την απόσταση, την απλή προσπέραση. Αδιαφορία; Γαμώτο, άλλη μια λέξη από α.
amy

Τρίτη, Ιουνίου 20, 2006

ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ



*****ΤΟ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΔΩΔΕΚΑΘΕΟ ΠΑΙΖΕΙ ΜΠΑΛΑ του Κώστα Καραμανλή, με τους:
Γιώργο Αλογοσκούφη, Μαριέττα Γιαννάκου – Κουτσίκου, Βαγγέλη Μεϊμαράκη, Δημήτρη Αβραμόπουλο, Μανώλη Κεφαλογιάννη, Ντόρα Μπακογιάννη, Προκόπη Παυλόπουλο, Γιώργο Βουλγαράκη, Βύρωνα Πολύδωρα, Φάνη – Πάλι – Πετραλλιά και άλλους γνωστούς υπουργούς, υφυπουργούς, συμβούλους και γραμματείς. *
ΥΠΟΘΕΣΗ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ, ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ:Η Μαριέττα για άλλη μια φορά δίνει ρεσιταλ ερμηνείας: αναδεικνύει την ελληνική κουλτούρα της διαβούλευσης σκοράροντας το μοναδικό γκολ για την επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης η οποία αδυνατεί να μπαλώσει έστω και προσωρινά τις τρύπες στην εικόνα της προκειμένου να κάνει επιτέλους τα μπάνια της. Ο Γιώργος Α. τα βάζει με τον Ισπανό διαιτήτη Χοακίν σε μια μάταια προσπάθεια να αποδείξει ότι ακολουθεί σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, ο Βαγγέλης δεν έχει ενημερωθεί για τις κινήσεις των Ευρωπαίων ομολόγων του και λέει σ’ όλα ναι ακούγοντας τις παραινέσεις του προπονητή του ονόματι ΝΑΤΟ ενώ ο Δημήτρης αναπολεί τις μέρες του ως ανύποπτος τουρίστας. Η Ντόρα πιστεύει ότι θα χάσει και άλλα κιλά από τα προγραμματιζόμενα ταξίδια και γι’ αυτό μη θέλοντας να σπαταλήσει άδικα πολύτιμη ενέργεια πιάνει ψιλό-κουβέντα με τον Βύρωνα που παρ’ όλα αυτά προστατεύει με πάθος την εστία του από τα συνθήματα και τις αποδοκιμασίες των νεαρών καταληψιών – διαδηλωτών. Ο Προκόπης βαρέθηκε πια να λύνει sudoku και προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τι σημαίνει ΑΣΕΠ ( μήπως Απαντάω Σε Επίλεκτους Πελάτες;). Ο Γιώργος Β. γιορτάζει την μέρα μουσικής ακούγοντας όλα τα είδη εκτός από έθνικ ενώ ο Μανώλης Κ. διαγράφει από την λίστα των καλοκαιρινών προορισμών του όλα τα ελληνικά νησιά. Στον πάγκο όλοι μοιάζουν ανήσυχοι. Όχι επειδή η πτήση του Μιχάλη Λιάπη έχει καθυστερήσει αλλά διότι επιρρίπτουν ο ένας στον άλλο τις ευθύνες για την μη απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Πάνε το πριμ και οι εξωτικές διακοπές στον Άγιο Μαυρίκιο ˙και όλα αυτά διότι είχαν τόσο απορροφηθεί στην αναβαθμισμένη πασιέτζα – αποτέλεσμα συνεργασίας των τριών εταιρειών κινητής τηλεφωνίας – που ξέχασαν να εκδηλώσουν με επίσημα έγγραφα καταρχήν το ενδιαφέρον τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση .
Σε ρόλους έκπληξη εμφανίζεται σύσσωμη η αξιωματική αντιπολίτευση που ξέρει καλά να παίζει το επιτραπέζιο παιχνίδι του γκρινιάρη αλλά αργεί να φέρει 6 και εξαντλεί την υπομονή των θεατών με την ατέρμονη φλυαρία της.
Παρότι η αρχική αποδοχή από το κοινό ήταν χλιαρή, μην αποθαρρυνθείτε. Οι αίθουσες είναι εξοπλισμένες με κρύες υποσχέσεις και μουντιαλικά διαλείμματα στα οποία η Φάνη με την βοήθεια των καλών της φίλων Θανάση και Λάμπη θα ενημερώνει για τις τάσεις της μόδας στα γήπεδα των Γερμανικών πόλεων, θα δείχνει τις πρωτεύουσες των χωρών που συμμετέχουν στην ποδοσφαιρική φιέστα στο γεωγραφικό χάρτη και θα εξομολογείται τον θαυμασμό της για την αιώνια λιακάδα που προσφέρει το άθλημα.
Η σκηνοθεσία είναι εξαιρετική παρότι ορισμένοι ισχυρίζονται ότι όλα τα εύσημα ανήκουν σε άγνωστο πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη με το ψευδώνυμο Κώστας Καραμανλής καθώς όπως ισχυρίζονται ο ίδιος δεν εμφανίστηκε στα γυρίσματα.
amy
*photo by arxediamedia.blogspot.com

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2006

Μπορεί ένα διήγημα να βγει σε blog;

Αυτό είναι κάτι που είχα γράψει όταν πίστευα ακόμη (δεν πάει πάνω από ενάμισης χρόνος) πως τα blogs είναι κάτι που κάνουν οι νοικοκυρές ανάμεσα στο μαγείρεμα και στο ξεσκάτισμα του μωρού για να μην φρικάρουν και να ανταλλάσσουν συνταγές.
Το ερώτημα είναι μπορεί ένα διήγημα 12 σελίδων να βγει σε blog;

Μόνγκο

Η Τελευταία δουλειά του Τζόνυ
.
Εκείνη τη μέρα ο Τζόνυ είχε πολλά να κάνει. Το ξυπνητήρι σήμανε εγερτήριο στις έξι. «Που πας Τζόνυ αγόρι μου;» σκέφτηκε ο Τζόνυ. «Ο Τζόνυ πήρε το όπλο του» είπε από μέσα του ο Τζόνυ και γέλασε απ’ έξω του για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που σίγουρα δεν ήταν καθόλου καλές. «Φάτσα στον καθρέπτη πριν τον καφέ μην κοιτάς, αν τον εαυτό σου αγαπάς». Ναι λίγη ποίηση έστω και βλακώδης, Τζονίστικη ποίηση μπορεί να ρίξει άλλο φως στην καθημερινότητα.
Λοιπόν μια απαραίτητη παύση. Μια και γράφω εγώ, o Τζόνυ, και γράφω για μένα, για τον Τζόνυ, είναι τουλάχιστον ειρωνικό να γράφω στο τρίτο πρόσωπο. Λοιπόν όσο είναι νωρίς και για να διατηρήσω την αξιοπιστία μου απέναντι στον φιλόπονο αναγνώστη προβαίνω σε μια αλλαγή αφηγηματικού ύφους και συνεχίζω στο πρώτο πρόσωπο. Λοιπόν εκείνη η ημέρα συνέχισε έτσι:
Καφές, καφές σωτήριος. Ανοίχτε ματάκια μου σας παρακαλώ, θα δείτε και θα σας δούνε. Μαύροι κύκλοι, καφέ κύκλοι, καφές, ακόμη κάνω κύκλους. Το κεφάλι μου ένας παλμός, συστολή, διαστολή. Στου Τζέρυ χθες γίναμε κουνουπίδια πάλι. Ο Τζέρυ, Ο Τζόνυ και ο Τζόνυ. Οι 45 Τζόνηδες Γουόκερ. Τρέμω. Φάε κάτι να στυλωθείς θα έλεγε η μητέρα εθελοτυφλώντας και αποδίδοντας την κατάντια μου στο ότι δεν τρώω αρκετά. Λοιπόν ανοίγω το στόμα-καπάκι και μέσα πετώ ό,τι βρω· νιφάδες καλαμποκιού, νιφάδες χιονιού, σοκολάτα μαύρη, φρέσκο χυμό πορτοκαλιού από συμπυκνωμένα πορτοκάλια γίγαντες της Γουαδελούπης. Μην ξεράσεις. Παχύρρευστη, κακήγευστη ουσία που ανεβαίνεις στον οισοφάγο μου σε παρακαλώ μη βγεις έξω, μείνε μέσα δώσε μου θερμίδες, πρωτείνες, βιταμίνες, σε ευχαριστώ Ω! Παχύρρευστη, ζωοδότρα ουσία. Σήμερα πρέπει να κολακέψω ως και τον εμετό μου, δε με παίρνει, δεν προλαβαίνω. Ντύσου. Οι περιστάσεις καλούνε να εγκαταλείψεις για σήμερα το πρόχειρο ντύσιμο, ναι το κάζουαλ. Γιατί, γιατί σήμερα είναι μια άλλη μέρα. Σήμερα μπορεί να παίζεται το μέλλον σου, το μέλλον που παλιότερα τραγουδάγαμε πως δεν υπάρχει για μας και τώρα θα έρθει, το μέλλον, στο παρόν, να μας χλευάσει. Αρκετά με τις μαλακοτζονοφιλοσοφίες· είπαμε, δεν προλαβαίνω.
Κατεβαίνω χοπ, χοπ, τα σκαλιά. Διασταυρώνομαι με μια άγνωστη φάτσα που μπορεί να μας χωρίζουνε μερικά εκατοστά τοίχου άλλα μου είναι πιο άγνωστη και από τα βάθη των ωκεανών- η αδιαπέραστη ανωνυμία των πολυκατοικιών. Αλληλοπετάμε ουδετεροποιημένες καλημέρες που συναντιούνται πάνω από τα σκαλιά της εισόδου και πέφτουν κάτω ψόφιες.
Έξω στο φως, τα πάντα πονάνε αν το προηγούμενο βράδυ ήσουνα στου Τζέρυ. Ουσίες και οινοπνεύματα ακόμα κυκλοφορούν στο μυαλό μου. Ναι και ουσίες, γιατί δεν το λέω, λες και θα μπορέσει η κυρά Παγώνα στο ψιλικατζίδικο απέναντι να διαβάσει τις σκέψεις μου. Να μου πεις, μπορεί να διαβάσει τη φάτσα μου αλλά γι αυτό υπάρχουν τα ... μαύρα γυαλιά. Η μυστική μου ζωή είναι καλά καλυμμένη μέχρι να με καλέσει η ανθρωπότητα ή έστω ο Τζέρυ. Ναι λέγε τζονομαλακίες τώρα όσο σε παίρνει, όσο δεν έχουν εξατμιστεί ακόμα οι ουσίες στο μυαλό σου, γιατί μετά, το ξέρεις, θα έρθει η σκληρή πραγματικότητα και τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Καλημέρα κυρία Παγώνα. Ναι το ξέρω πως θα βρέξει γι αυτό και δεν έχω πάρει ομπρέλα.

Μετακίνηση με λεωφορείο, οχτώ παρά, πρωί. Το λεωφορειάκι του τρόμου με τα τέρατα εντός. Οι φάτσες, όλων μας, λένε δύο πράγματα: 1. Μια ακόμη μέρα στην κόλαση αρχίζει. 2. Κρατάτε τις αποστάσεις. Κάθε παραβίαση του δεύτερου άγραφου, γραμμένου στη φάτσα νόμου οδηγεί αυτόματα σε διαλόγους κλασικούς:
« Τι σπρώχνεις κυρά μου».
«Δεν ντρέπεσαι πρωί, πρωί. Ζώο, α ζώο».
«Εγώ ένα ζώο βλέπω και μάλιστα γαϊδούρι θηλυκό».
«Θα το βουλώσετε εκεί πίσω γιατί αν παρατήσω το τιμόνι να δω ποιος θα σας πάει στις κωλοδουλειές σας».
Αυτό το κωλοδουλειές σχεδόν αυτόματα με κάνει να ανοίξω το σάκο μου και να ελέγξω πως ο φάκελος είναι μέσα. Οι σημειώσεις μου και το CD για την παρουσίαση στο PowerPoint. Αν τοποθετούσαμε τον φάκελο σε μια νοητή άσπρη επιφάνεια θα μπορούσαμε καθαρά να δούμε δύο βελάκια, που υποδηλώνουν και τις δύο πιθανές εκβάσεις, να ξεκινάνε από αυτόν. Στην αιχμή του ενός, του πάνω για κάποιον άγνωστο λόγο, γράφει Μένεις. Στο κάτω γράφει Φεύγεις. Και το προηγούμενο βράδυ μιας τέτοιας καθοριστικής μέρας εγώ οργίαζα. Μερικές φορές η ανευθυνότητά μου είναι πραγματικά εντυπωσιακή. ΄Η δεν ήταν ανευθυνότητα αλλά μια υποσυνείδητη, απέλπιδα, προσπάθεια να χλευάσω τις δήθεν διευρυμένες αρμοδιότητες που μου ανάθεσαν – που φυσικά συνεπάγονται και διευρυμένες ευθύνες. Κάτι ανάλογο δεν είχε συμβεί και στον Άντυ που του είχαν δώσει τα κλειδιά να ανοίξει το... Ωχ! Η στάση μου. Ευτυχώς η κοπελίτσα με τα μπουκλωτά μαλάκια και τα ροζ μποτάκια που σφίγγει ένα ντοσιέ περιπαθώς στην αγκαλιά της είχε πατήσει το μπουτόν. Ας το παίξουμε Αλέκοι και ας πούμε κάτι έξυπνο.
«Θα κατεβείτε;»
«Ναι».
Ωραιότατα. Α! Ο Τσαλίκης δεν ήταν αυτός στο Ντοσιέ;

Άρχισε ψιλόβροχο. Ευτυχώς το κτίριο της «Τεχνικές Μελέτες Α.Ε.» είναι κοντά. Τα αυτοκίνητα στην Πατησίων είναι σχεδόν ακινητοποιημένα αλλά φαίνεται πως την ακινησία τους την αναπληρώνει η πυρετώδης, νευρική, στα όρια που το βάδισμα γίνεται τρέξιμο, κινητικότητα των πεζών. Συνήθως εξασφαλίζω στον εαυτό μου το χρόνο να διατρέξει αργά την μικρή αυτή απόσταση που χωρίζει τη στάση από την εταιρία παρατηρώντας τους πεζούς, την κίνηση, τις βιτρίνες των καταστημάτων και παράλληλα ζώντας την διστακτικότητα (άρνηση;) μου να διαβώ το κατώφλι του κτιρίου. Σήμερα όμως ανταγωνίζομαι το ρυθμό των άλλων δρομέων της καθημερινότητας καθώς η βροχή δυναμώνει και τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μου πρέπει να προφυλαχθούν. Περιμένοντας το φανάρι για να περάσω απέναντι κρυφοκοιτάω τον ορθογώνιο όγκο που στεγάζει τα κεντρικά γραφεία της εταιρίας. Απαστράπτον μάρμαρο στο χρώμα κόκκινου αργίλου και μαύρα αδιαφανή από έξω τζάμια. Ο πρόεδρος της εταιρίας Κ. Αντωνίου αρέσκεται να λέει τακτικά πως το νεότευκτο "Μέγαρο" εκφράζει την φιλοσοφία της "Τεχνικές Μελέτες Α.Ε." όπως την εμψύχωσε και την εμφύσησε ο αείμνηστος Δ. Αντωνίου ιδρυτής και πατέρας. Η βροχή αρχίζει να φλουτάρει τις μορφές. Πριν από ένα μήνα ο Προϊστάμενος του τμήματός μου, ο Πετρίδης με φώναξε και, με το ύφος που παίρνουν οι γιατροί όταν είναι να ανακοινώσουν κάποια ανήκεστο βλάβη, μου είπε:
«Ιωάννη, είναι κάποια πράγματα που αφορούν την εσώτερη λειτουργία της εταιρίας, που τα γνωρίζουν, ε, που τα γνωρίζουμε, όσοι φέρουμε την βαριά ευθύνη της εύρυθμης λειτουργίας του οργανισμού αυτού και δεν φτάνουν τα γεγονότα αυτά – και δεν πρέπει να φτάνουν- στα πιο έξω στρώματα της επιχείρησης».
Εδώ έκανε μια παύση ώστε να μπορέσω να συναισθανθώ έστω και ένα ελάχιστο ποσοστό από το βάρος της ευθύνης που φέρει και να αφήσει τη σιωπή να υφάνει την αρμόζουσα ατμόσφαιρα για όσα μεγάλα και μυστικά επρόκειτο να μου ανακοινώσει.
«Η εταιρία μας, αν και μέχρι πρότινος οικονομικά εύρωστη, δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική στη σημερινή διευρυμένη αγορά. Αν θες τη γνώμη μου υπάρχουν συγκεκριμένα άτομα εδώ μέσα που φέρουν ευθύνη γι αυτό. Αλλά, ξέρεις αυτοί που κάθονται ψηλά έχουν το αλάθητο. Επειδή έχουν το όνομα νομίζουν πως αυτό τους κάνει ικανούς και να διοικούν. Μια μέρα θα τους τα πω έξω από τα δόντια. Λοιπόν, όπως και να έχει, αποφασίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο να γίνουν περικοπές στο προσωπικό.»
Παύση, για να με κοιτάξει με ύφος που δείχνει πόσο λυπάται γι αυτό αλλά πως αυτό είναι κάτι το αναγκαίο και αναπόφευκτο και πως χρειάζονται θυσίες...
«Ω ναι, Ιωάννη, χρειάζονται θυσίες ώστε να συνεχίσει το καράβι των "Τεχνικές μελέτες Α.Ε." το δρόμο του. Οι περικοπές αυτές θα συμπεριλάβουν κυρίως το κατώτερο προσωπικό, καθαρίστριες, κλητήρες, κηπουρούς αλλά και κάποια μέλη από το επιστημονικό προσωπικό. Με μεγάλη μου λύπη πρέπει να σου πω πως βρίσκεσαι και εσύ ανάμεσα στα υποψήφια για να φύγουν άτομα. Παρ' όλες τις αντιρρήσεις μου, ένας από τους πιο πρόσφατα προσληφθέντες μηχανικούς θα πρέπει να αποχωρήσει. Όπως καταλαβαίνεις σε αυτήν την κατηγορία ανήκεις και εσύ. Αλλά είσαι τυχερός Ιωάννη. Είσαι τυχερός γιατί δουλεύεις στο τμήμα μου, γιατί σε έχω συμπαθήσει και γιατί γνωρίζω τον πατέρα σου».
Για να μην τα πολυλέμε θα ετοίμαζα μια μελέτη για τις προοπτικές οικιστικής ανάπτυξης στο Κάτω Κωλοχώρι, ένα κωλοχώρι της Αττικής. Θα παρουσίαζα τη μελέτη στη διεύθυνση και έτσι θα είχα ελπίδες να πάρουν τον πούλο κάποιοι άλλοι συνάδελφοι μου και όχι εγώ. Πάνω από όλα αλληλεγγύη. Μια μελέτη που είχαν αναθέσει στον Πετρίδη κι αυτός γενναιόδωρα ανάθετε το επίπονο μα καρποφόρο έργο της σύνταξής της σε εμένα ώστε να ενισχύσω τη θέση μου. Πάνω από όλα αλληλεγγύη.
Ανάβει πράσινο. Εμπρός γενναίοι πεζοί, διαβείτε τα στενά της Πατησίων, κάποιοι από εσάς θα καταφέρουν να φτάσουν ως το απέναντι πεζοδρόμιο.

Πίσω από τη τεράστια γυάλινη πόρτα της εισόδου του "Μεγάρου Αντωνίου" βρίσκεται ο άνθρωπος της πύλης, ο Μιχάλης ο σεκιούριτυ. Ο Μιχάλης στέκεται σε γωνία σαράντα πέντε μοιρών με τον πάγκο πίσω από την είσοδο, έχει την "Αθλητική Ηχώ" στο ένα χέρι και στο άλλο έναν φραπέ. Η στάση του απαράλλαχτη κάθε μέρα, πράγμα που μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν μετά το τέλος της βάρδιάς του τον κλείνουν σε ένα κουτί με αφρολέξ και κάθε πρωί τον βγάζουνε με προσοχή και τον τοποθετούνε στη θέση του στην είσοδο. Το κουστούμι του (που αγόρασε ύστερα από υπόδειξη του προϊστάμενου ασφαλείας και του στοίχισε ένα μισθό) δε μπορεί να κρύψει τη στόφα ενός αυθεντικού εραστή της εξέδρας.
« Άλα Γιαννάκη αγόρι μου! Τι κουστουμιές είναι αυτές; Από γάμο έρχεσαι;».
«Μάλλον σε κηδεία πηγαίνω ψηλέ».
«Η μόνη κηδεία που ξέρω είναι του Γαύρου την Κυριακή οπότε νωρίς ετοιμάστηκες». Γελάει με το αστείο του και πιτσιλάει με φραπέ το πάτωμα.
Όπως απομακρύνομαι μου φωνάζει «Και έλα να με βρεις κάποια στιγμή. Έχω κάτι πολύ καλά παιχνιδάκια για το στοίχημα». Και το εννοεί.
Το είχα ξεχάσει πως φοράω και εγώ κουστούμι σήμερα. Στο βάθος του αίθριου στο μηχάνημα που χτυπάμε τις μαγνητικές κάρτες μας είναι η Μαρία και προσπαθεί να χτυπήσει την κάρτα της με το λάθος τρόπο όπως συνήθως.
«Τι γίνεται Μαράκι. Πάλι σε παιδεύει η κάρτα.»
«Γιάννη! Ευτυχώς πάντα έρχεσαι την κατάλληλη στιγμή. Τι τυχερή που είμαι».
Γελάει σχεδόν χωρίς να ακούγεται και τα ξανθιά της μαλλιά ξεσπούν σε κύματα που εξαπλώνονται στο χώρο και σβήνουν πάνω στους τοίχους του αίθριου.
«Όπως έχουμε ξαναπεί, αυτός που σχεδίασε το μηχάνημα, έχει τελειώσει τις σχολές Ντε Σαντ και φρόντισε ώστε να πετυχαίνει το μεγαλύτερο δυνατό βασανισμό του υπαλλήλου.»
Επεξεργάζεται τα λόγια μου και λέει χαμογελώντας «Πως τα λες ρε Γιάννη. Έλα, χτύπα μου την κάρτα τώρα.»
« Όπως έχουμε ξαναπεί η κάρτα χτυπάει μόνο αν την περάσεις από το ματάκι από τα δεξιά προς τα αριστερά και με τα γράμματα να είναι μπροστά»
Όπως παίρνω την κάρτα από το λευκό κρύο χέρι της μετακινείται ελάχιστα και ακουμπάω ανεπαίσθητα το γούνινο γιακά του παλτού της. Χτυπάω την κάρτα. Γυρνάω και λέω στο γούνινο γιακά « Κανονικά θα έπρεπε να μας υπολογίζουνε και την ώρα που κάνουμε μέχρι να χτυπήσουμε την κάρτα».

Το ασανσέρ αθόρυβα με μεταφέρει στον τέταρτο από τους οχτώ ορόφους του μεγάρου. Πολλοί μέχρι πρόσφατα δίσταζαν να το χρησιμοποιήσουν καθώς δεν πήγαινε πολύ καιρός από τότε που κάποιο βραχυκύκλωμα έβαλε φωτιά στο θάλαμο. Οι τσιρίδες της εγκλωβισμένης Τζένης του λογιστηρίου δυνάμωναν καθώς πύκνωναν οι καπνοί και κανείς δε μπορούσε να βρει ένα τρόπο να ανοίξει την πόρτα. Τότε μέσα στην καπνομίχλη του διαδρόμου πρόβαλε η τεράστια μυώδης μορφή του Άντζελο, του παιδιού για όλες τις δουλειές. Με ένα τεράστιο λοστάρι άγνωστης προέλευσης άνοιξε την πόρτα και έβγαλε σηκωτή τη Τζένη από τις φλόγες. Η Τζένη είχε τυλιγμένα τα χέρια της γύρω από το λαιμό του σωτήρα της και κοιτούσε ηδυπαθώς τα μουντζουρωμένα από τον καπνό μούσκουλά του. Η ίδια δηλώνει πως είχε χάσει της αισθήσεις της όταν την σήκωνε ο Αλβανός αλλιώς δε θα είχε ποτέ φυσικά επιτρέψει κάτι τέτοιο. Το μεμονωμένο αυτό γεγονός αποτέλεσε μια μαύρη – άτυχη αλλά ελεγχόμενη όπως την χαρακτήρισε η διεύθυνση - στιγμή στην ιστορία του καινούργιου κτιρίου μιας εταιρίας που ασχολείται με τις τεχνικές μελέτες. Αν και ξοδεύτηκε ένα σημαντικό κεφάλαιο για να επανακατασκευαστεί το ασανσέρ και να αποκτήσει σύστημα πυρασφάλειας, η συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων, ακόμη και αυτοί που δούλευαν στον όγδοο, προτιμούσαν από τότε να χρησιμοποιούν τις σκάλες. Η διεύθυνση θορυβημένη μπροστά στην αδικαιολόγητη αυτή συμπεριφορά των υπαλλήλων εξέδωσε μια ανακοίνωση όπου εξηγούσε πως η χρήση της σκάλας θέτει προβλήματα ασφαλείας. Εγώ έτσι και αλλιώς πάντα έπαιρνα το ασανσέρ.
Η πόρτα του ασανσέρ ανοίγει και μαζί ανοίγει και η θέα της γυάλινης πόρτας του τμήματος. Από εδώ μπορώ να δω τον Οικονόμου να κάθεται μπροστά στον υπολογιστή του. Ανοίγω και μπαίνω. «Καλημέρα».
Σηκώνει το κεφάλι «Καλημέρα. Σήμερα βλέπω ντυμένος στην πένα»
«Πως να το κάνουμε, σήμερα έχω την παρουσίαση!» Τώρα το ξέχασε ή κάνει πως το ξέχασε;
«Α, ναι η παρουσίαση». Λέγοντας το δε κρύβει μια στιγμιαία ειρωνική έκφραση σα να γνωρίζει κάτι που δεν ξέρω εγώ. Συνεχίζει πάντως να μιλάει. «Σίγουρα το ντύσιμο μπορεί να επηρεάσει τις εντυπώσεις που αφήνει ένας ομιλητής. Βλέπω αρχίζεις να μαθαίνεις Γιάννη. Στα μαθαίνει καλά τα κόλπα ο Πετρίδης. Αν συνεχίσεις έτσι δε θ’ αργήσεις να γίνεις και προϊστάμενος». Λέει και με κοιτάει λοξά πίσω από τα γυαλιά της μυωπίας του.
Η ειρωνεία μόνο λεπτή δεν ακούγεται στα εξασκημένα πλέον αυτιά μου. Ο Ιωάννου βρίσκεται πάντα στη σκιά του Πετρίδη, πάντα ένα βήμα πίσω, πάντα ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα στην ιεραρχία αν και ξεκίνησαν μαζί στην εταιρία πριν από διψήφιο αριθμό χρόνων. Τον μισεί. Θα ήθελε όσο τίποτα άλλο να τον ξεσκίσει με ένα γιαπωνέζικο σπαθί. Να του κόψει τη γλώσσα με τα δόντια του. Να φάει το συκώτι του. Να τον σοδομίσει. Μπορείς να δεις φευγαλέες σκιές αυτών των σκέψεων να περνούν πίσω από τα μάτια του. Και μιας και η κοινωνία μας κάνει ό,τι καλύτερο για να μην μπορεί κάποιος να πραγματοποιήσει τέτοιες δολοφονικές παρορμήσεις έτσι και ο κύριος Ιωάννου κατευθύνει τη χολή του σε έναν πιο εύκολο στόχο όπως είμαι εγώ. Δε πειράζει κύριε Ιωάννου, ξεχολιαστείτε, μπορώ να σηκώσω λίγο από τον πόνο σας. Και μια μέρα θα σας ξεσκίσω με το γιαπωνέζικο σπαθί που φυλάω κάτω από το γραφείο μου.
«Κε Ιωάννου είμαι προσγειωμένος». Αλλά ξέχασα να ανοίξω τις ρόδες του αεροπλάνου να πάααρει. «Γνωρίζω πως κάποιος πρέπει να δουλέψει σκληρά και να περιμένει πολύ καιρό για να κατακτήσει τη θέση που του αρμόζει. Όπως εσείς που αποτελείτε ένα υπόδειγμα προσπάθειας», αποτυχημένης.
Γυρίζω και με βήμα ταχύ κατευθύνομαι προς το άλλο δωμάτιο που είναι το γραφείο μου ακούγοντας τον να φωνάζει, σίγουρα θα έχει σηκωθεί και όρθιος.
«Σου έχω κάτι δουλειές Γιαννάκη και καλά θα κάνεις να τις τελειώσεις γρήγορα. Πιες το καφεδάκι σου τώρα και τα λέμε μετά». Δεν προλαβαίνω είπαμε.
Το δωμάτιο που με έχουν βάλει έχει δύο γραφεία, στο ένα κάθομαι εγώ και απέναντι είναι η Κρίστα. Στη μέσα πλευρά είναι μια πόρτα που βγάζει στο γραφείο του Πετρίδη. Η Κρίστα είναι ήδη εκεί και δουλεύει στον υπολογιστή της. Η Κρίστα είναι κάπου μετά τα σαράντα. Είναι η γραμματέας του Πετρίδη. Είναι παντρεμένη με δύο παιδάκια. Πριν από κάποια χρόνια ήταν η – ο κόσμος την έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι- εξωσυζυγική σχέση του Πετρίδη. Στη δουλειά πάντα βρίσκονται άτομα με μεγάλη όρεξη να σε πληροφορήσουν για τέτοια πράγματα. Αυτό είναι πολύ συγκινητικό, με κάνει να νιώθω πως είμαι μέλος μιας οικογένειας και όχι ενός απρόσωπου γραφειοκρατικού μηχανισμού. Πληροφορίες, αυτό είναι το παν. Η Κρίστα πάντως μου είναι συμπαθής. Με ηρεμεί η ανέμελη στάση με την οποία αντιμετωπίζει τις καταστάσεις. Με μια τσιχλόφουσκα στο στόμα τη στιγμή που όλα γύρω γκρεμίζονται. Δεν είναι χαζή. Κάθε άλλο. Έχει τη λαϊκή εξυπνάδα των καταφερτζούδων τσαχπίνων των παλιών ελληνικών ταινιών.
«Καλημέρα Κρίστα»
«Καλημέρα Γιάννη. Ωραίο κουστούμι. Αν και η αλήθεια είναι θα σε προτιμούσα με πράσινη γραβάτα». Με κοιτάει και χαμογελάει.
«Ο Πετρίδης είναι μέσα;»
«Όχι έφυγε πριν από λίγο»
«Σου είπε τίποτα για την παρουσίαση μου;»
«Παρουσίαση σου; Α γι αυτό είσαι με τα καλά σου σήμερα. Όχι Γιάννη δε μου είπε τίποτα για την παρουσίαση σου. Η αλήθεια είναι πως δε μου είπε και τίποτα άλλο σήμερα».
«Καλά δεν έχει προγραμματίσει παρουσίαση τη μελέτης για τον οικισμό "Γαλήνη" στο διοικητικό συμβούλιο; Δε μπορεί!»
«Δε μου είπε τίποτα για κάτι τέτοιο. Αλλά κάτσε να ξανακοιτάξω το πρόγραμμά του για σήμερα». Φλατς, φλατς, σελίδες που γυρίζουν σε καρνέ.
«Όχι δεν έχω σημειώσει κάτι τέτοιο. Από τις έντεκα και μετά μάλιστα έχω σημειώσει πως θα φύγει για μια δουλειά της εταιρίας στη Θήβα».
Έκπληξη, απορία, πανικός. «Στις έντεκα;; Μα στις έντεκα είναι η παρουσίαση. Μα που έχει πάει τώρα. Δεν έχει φύγει ακόμα από το κτίριο, τα πράγματά του είναι εδώ από τι βλέπω»
«Γιάννη δε μπορώ να σου πω πως είχε μια έντονη συζήτηση στο τηλέφωνο με τον πρόεδρο και μετά βγήκε από το γραφείο σε μια κατάσταση σίγουρα όχι ήρεμη. Και δε μπορώ να σου πω πως νομίζω πως πάει στον ίδιο τον πρόεδρο». Με κοιτάει με ένα υποψιασμένο αλλά και συμπονετικό μισοχαμόγελο. Το καταλαβαίνω, εξάλλου μας έχει πηδήξει και τους δύο ο Μίστερ Πετρίδης.
Πάω δίπλα. Θα ρωτήσω το μαλάκα τον Ιωάννου. Μάι γκοντ, πόσο πιο χαμηλά θα πέσω.
«Κύριε Ιωάννου»
Το βλέμμα που μου ρίχνει διαγώνια πίσω από τα γυαλιά του γράφει "ΕΚΔΙΚΗΣΗ". Η καράφλα του λάμπει από ευτυχία. Θα έπρεπε να σταματήσω εδώ και να κάνω μεταβολή αλλά σαν το υπνωτισμένο θύμα της κόμπρας ανοίγω το στόμα μου.
«Σας είπε τίποτα ο Πετρίδης για την παρουσίαση της μελέτη του οικισμού
"Γαλήνη";»
«Γαλήνη. Χα! ώστε αυτό είναι το όνομα. Πολύ πρωτότυπο. Εγώ φυσικά δε θα μπορούσα να σκεφτώ ένα τέτοιο μεγαλόπνοο όνομα, αλλά ο κύριος Πετρίδης, βέβαια». Δηλητηριώδη δόντια και φιδίσια γλώσσα που σφυρίζει: « Όχι Γιάννη, δεν ξέρω τίποτα για αυτή την παρουσίαση. Εξάλλου εσύ θα έπρεπε να το γνωρίζεις αφού τα ξέρεις όλα. Αυτό που ξέρω είναι πως πρέπει να μου ετοιμάσεις αυτά τα έγγραφα και μάλιστα μέχρι αύριο το μεσημέρι.» Λέει και βροντάει μπροστά μου μια στοίβα χαρτιά.
«Δε προλαβαίνω κύριε Ιωάννου και εξάλλου δεν έχω πιει ακόμα το καφεδάκι μου», λέω και βγαίνω γρήγορα από το γραφείο. Δεν κοιτάω πίσω αλλά μπορώ να ακούσω ένα γιγάντιο ερπετό να συσπάται.


Στο διάδρομο αρχίζουν οι διαδρομές δραμάτων. Λες αυτό το χέρι που βγήκε από την πόρτα που άνοιξε αναπάντεχα και με τραβάει μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο να θέλει να επιβεβαιώσει αυτό το πανάρχαιο ρητό; Τα μάτια μου προσαρμόζονται στο μισόφωτο. Τα αυτιά μου ήδη έχουν ακούσει και αναγνωρίσει το σιγανό-γριλιστό-σαρκαστικό γέλιο
«Ρε Τζόνυ, τι έπαθες; Τι κουστουμιά είναι αυτή; Καλά στο έλεγα πως εδώ μέσα θα σε κάνουνε φλώρο θες δε θες. Και εδώ που τα λέμε ίσως και να θες». Γέλιο, όχι και τόσο σιγανό τώρα. Είναι ο Τάσος Αντωνίου, ο εικοσιπεντάχρονος μοναχογιός του προέδρου, του μεγάλου. Καμιά σχέση με αυτό που θα περιμένατε από κάποιον που φέρει αυτόν τον τίτλο.
« Δεν μου κάνανε τίποτα παραπάνω απ’ ότι κάνανε σε σένα. Και εσύ το φοράς και κάθε μέρα σκατόφλωρε» του απαντώ αναλόγως.
«Χα,χα. Γι αυτό μου αρέσεις Τζόνυ γιατί είσαι ο μόνος εδώ μέσα που μιλάμε κοινή γλώσσα. Φαντάσου μοναξιά ε;;» Οι κόρες των ματιών του είναι διεσταλμένες και όχι μόνο από την προσαρμογή στο μισοσκόταδο. Το τσιγαριλίκι που εμφανίζει και ρουφάει αποτελεί μια απλή οπτική επιβεβαίωση αυτού που διατυμπάνιζε η μυρωδιά μέσα στο δωμάτιο. «Που λες, Τζόνυ, το κουστούμι είναι μέρος του σχεδίου μου. Μου είναι απαραίτητο. Είναι η μεταμφίεσή μου. Αυτοί οι πούστηδες είναι τόσο τυφλωμένοι από την αλαζονεία τους που δε θα πάρουν χαμπάρι τι τους χτύπησε!» Γέλιο, σιγανό γεμάτο μίσος. Μου τείνει το τσιγάρο « Δοκίμασε καρντάση, είναι από το καλό, όχι από αυτές τις μπουρούχες που κάνεις συνήθως.»
«Άστο καρντάση. Εμένα δε με παίρνει εν ώρα εργασίας. Δεν είμαι ο γιος του διευθυντή για να μπορώ να κάνω ό,τι θέλω εδώ μέσα».
«Χα, χα. Αυτός ο μηδενισμός σου Τζόνυ έχει κάτι το ποιητικό. Η ποίηση όμως δεν έχει καμία θέση στην καταστροφή. Οπότε το μόνο που μπορείς να μου χρησιμέψεις είναι για να κάνουμε τέτοιους χαριτωμένους διαλόγους. Γιατί ξέρεις Τζόνυ εγώ σκοπεύω να το κάψω αυτό το μπουρδέλο που έφτιαξε ο γέρος μου. Με τον ιδρώτα και το αίμα άλλων» Παίρνει τζούρα. Φλόγες κοκκινίζουνε τις κόρες των ματιών του.
«Τάσο πρέπει να φύγω. Είναι μια δύσκολη μέρα για μένα σήμερα. Θα τα πούμε κάτω από πιο νορμάλ συνθήκες» Με κοιτάει με ανέκφραστο ύφος και δε λέει τίποτα ανοίγω την πόρτα και βγαίνω.
Συνεχίζω την πορεία μου στο διάδρομο. Έχω την αίσθηση πως κάποιος είναι πίσω μου. Κοιτάω πίσω, γυρνάω μπρος, ωχ! Λάθος αίσθηση! Μπροστά μου ήτανε. Ο Μάνος εμφανίστηκε από το πουθενά και έχει χώσει τη μούρη του στη δική μου. Μάνο γιατί φοράς μάσκα θλιμμένης οργής; Ο Μάνος λέει «Έτσι Τζόνυ ε;; Ξέρω καλά τι ετοιμάζετε ο Πετρίδης και εσύ. Θέλετε να με πετάξετε έξω από την εταιρία εε; Γιατί ρε Τζόνυ; Σε θεωρούσα φίλο μου Τζόνυ. Ξέρεις τι παθαίνει όποιος απολύεται αυτήν την εποχή; Ούτε για λούστρο δεν τον παίρνουνε. Αλλά θα δείτε, ο Μάνος είναι πιο σκληρό καρύδι απ’ ότι νομίζετε. "Γαλήνη" εσείς, "Ουράνια Πολιτεία" εγώ». Απομακρύνεται περπατώντας νευρικά και μονολογώντας «Θα δείτε! Θα δείτε!» Αλληλεγγύη πάνω απ’ όλα. Τουλάχιστον κάποιος ξέρει τη "Γαλήνη".

Θα πάω στον πέμπτο, εκεί χτυπάει η καρδιά της εταιρίας, εκεί όπου στο κουζινάκι δίπλα στο λογιστήριο οι υπάλληλοι φτιάχνουν το καφεδάκι τους και τα λένε. Εκεί μπορεί να ψαρέψω καμιά πληροφορία.
Πέμπτος. Κουζινάκι. Ωραία, ακούω φωνές, υπάρχουν μορφές ζωής εδώ. Είναι η Τζένη του λογιστηρίου και ο Αρτέμης του λογιστηρίου. Η Τζένη έχει μια έκφραση τεράστιας έκπληξης στο πρόσωπό της καθώς μιλάει στον Αρτέμη.
«Δεν είναι δυνατόν! Και τι θα γίνουμε εμείς. Έχουνε να με πληρώσουνε δύο μήνες και τώρα μου λες και αυτό. Δύο μήνες. Ενώ ο Αλβανός πληρώνεται κανονικά και παίρνει όσα και εγώ, μη σου πω πως παίρνει και περισσότερα. Από τότε που η "Σταφιδιασμένη" ανέλαβε το λογιστήριο άλλαξαν όλα. Αλλά έτσι είναι όταν ξέρεις να γλύφεις πας μπροστά και αυτή δεν έγλυψε μόνο με τη μεταφορική έννοια. Χα!. Δεν την βλέπεις πως είναι με τον πρόεδρο; τρέχει πίσω του όταν τον βλέπει σαν το σκυλάκι, και της τρέχουν τα σάλια στο πάτωμα, η μαλακισμένη!»
Ο Αρτέμης τη διακόπτει « Ηρέμησε θα σε ακούσει. Δίπλα είναι. Και δεν είμαστε μόνοι μας είναι και ο Γιάννης εδώ» λέει καθώς αντιλαμβάνεται τελικά την παρουσία μου. Η Τζένη γυρίζει και με κοιτάει όπως κοιτάζει μια Κωλονακιώτισσα κάποιαν που ντύνεται από τα καλάθια.
«Ας με ακούσει», συνεχίζει η Τζένη κάνοντας πως δεν με έχει καν προσέξει αλλά παρόλα αυτά μιλώντας προφανώς για μένα. «Ξέρεις τελικά πιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα εδώ μέσα; Οι καινούργιοι. Τους έχουνε στα όπα, όπα ενώ εμείς· τόσα χρόνια εδώ μας έχουνε το πεταματού».
Ένα ασώματο κεφάλι στο κούφωμα της πόρτας. ο Γιώργος του λογιστηρίου. Το κεφάλι λέει « Τζένη, σε θέλει η Σταφιδ... εε η κυρία Βορβύλα. Και λέει να έρθεις τώρα αμέσως».
«Ωχ, λες να με άκουσε;» λέει η Τζένη καθώς το πρόσωπό της από οργισμένο μετατρέπεται αυτόματα σε καλόβουλο. Βγαίνει και με σπρώχνει. Φυσικό είναι, αφού δεν με έχει δει. Καθώς μπαίνει δίπλα στο λογιστήριο ακούγεται η φωνή της τώρα λεπτή και υποτακτική «Ναι κυρία Βορβύλα, Αμέσως κυρία Βορβύλα...» Η φωνή της σβήνει καθώς κλείνει η πόρτα του λογιστηρίου.
Το κεφάλι – Γιώργος λέει πριν εξαφανιστεί το ίδιο απότομα όπως και εμφανίστηκε: «Ακόμα μια υπέροχη μέρα γεμάτη δημιουργικότητα ξεκινάει στο αγαπημένο λογιστήριο μας».
Εγώ και ο Αρτέμης τώρα· μόνοι πάνω στη σκηνή.
«Α ρε Γιάννη, τι ακούς και εσύ. Πως έμπλεξες με μας εδώ τους τρελούς. Αν ήξερες τι γίνεται εδώ μέσα. Αλλά θα τα μάθεις σιγά, σιγά. Αν φυσικά το "μαγαζί" δε βάλει λουκέτο και δε βρεθούμε όλοι στο δρόμο»
«Γιατί τι έχει συμβεί;»
«Βγήκε σήμερα η απόφαση του δικαστηρίου»
«Ποια απόφαση;»
«Α! μάλλον δεν έχεις ιδέα. Λοιπόν για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αντωνίου ίσον κολλητός με προηγούμενη κυβέρνηση. Παλιά κυβέρνηση πολύ καιρό εξουσία. Αντωνίου και "Τεχνικές Μελέτες Α.Ε." παίρνουν έργα λύνουν και δένουν κτλ. κτλ. Κυβέρνηση αλλάζει, νέα κυβέρνηση δεν αγαπάει Αντωνίου, Νέα κυβέρνηση δικές της κατασκευαστικές. Νέα κυβέρνηση όχι μόνοδύσκολα δίνει έργα "Τεχνικές Μελέτες Α.Ε." αλλά πάει και Αντωνίου δικαστήριο για απάτη εις βάρος δημοσίου. Δικαστήριο λέει σήμερα Αντωνίου ένοχος. Αντωνίου πληρώνει. Κατάλαβες;»
«Ναι».
«Με τον Πετρίδη πως τα πάτε κάτω;»
«Πως τα πάμε; Καλά. δεν έχουμε κανένα πρόβλημα»
«Καλά ε; Εγώ θα σου έλεγα πάντως να τον προσέχεις. Με αυτά και με αυτά ξεχάστηκα. Πρέπει και εγώ να πάω στο κλουβί μου. Καλή δουλειά Γιάννη» λέει και βγαίνει από τη σκηνή.
Ασανσέρ. Το κουμπί τέσσερα. Κουμπιά τρία στο σακάκι και εγώ μέσα στο σακάκι. Σκατά. Ζζζζπ. Πόρτες ανοίγουν. Καλώς ήρθατε στο μπουρδέλο του τετάρτου ορόφου. Όχι δεν το πιστεύω.
«Καλημέρα Κύριε Πετρίδη, πως είσαστε;»
«Όχι καλά Ιωάννη, όχι καλά».
Κινείται γρήγορα, για τον όγκο του, στο διάδρομο και εγώ από δίπλα.
«Κύριε Πετρίδη. Έχω φέρει την παρουσίαση στο PowerPoint για τη μελέτη για τον οικισμό "Γαλήνη"».
Μπαίνουμε στο γραφείο, ο Ιωάννου δε κοιτάει, σκύβει κι άλλο. Ακούγονται τα δόντια του να τρίζουν. Φτάνουμε δωμάτιό μου και Κρίστας. «Θα γίνει η παρουσίαση κύριε Πετρίδη; Εγώ είμαι έτοιμος και ξέρετε ...»
Μπαίνουμε στο γραφείο του. Κάθεται.
«Τι έχεις έτοιμο;»
«Την παρουσίαση που είχαμε πει πως θα κάνω στη διεύθυνση. Σας είχα δώσει όλα τα χαρτιά της μελέτης που ετοίμασα και είχατε πει πως σήμερα θα έκανα....»
Με διακόπτει «Παρέδωσα τη μελέτη ΜΟΥ Ιωάννη. Δε θα χρειαστεί να κάνεις καμία παρουσίαση. Και πρέπει να σου πω πως τα πράγματα δε βαίνουν καλώς. Έρχονται χαλεπές ημέρες. Στο λέω για να είσαι προετοιμασμένος. Και τώρα άσε με να εργαστώ γιατί σε λίγο θα πρέπει να αναχωρήσω για Θήβα. Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος Ιωάννη.»
Βγαίνω. Η Κρίστα πληκτρολογεί. Σταματάει. «Τι έγινε Γιάννη. Συνέβη τίποτα;»
«Τίποτα Κρίστα. τίποτα, όλα καλά».
Ο Ιωάννου ακούγεται από μέσα. «Γιάννη έρχεσαι λίγο που σε θέλω;»
Χτυπάει το κινητό μου «Για σου Μωρό... Τι έγινε;... Καλά δεν είναι τίποτα αυτό... Ναι το ξέρω... Εδώ όλα υπέροχα, όπως πάντα... Και βέβαια μου έλειψες,... Ναι το βράδυ... Και εγώ το ξέρεις.... τι η Μαρία;! Τι είναι αυτά που μου λες τώρα… Αφού το ξέρεις εγώ μόνο εσένα… ΄Όχι δεν την είδα τη Μαρία… Πρέπει να κλείσω όμως τώρα... Κι εγώ… Φιλάκια»
«ΓιάνννΝΝΗ» ο Ιωάννου είναι έτοιμος να εκραγεί. Όχι ρε συ. Δεν το πιστεύω! Και όμως εξερράγη. Τι θόρυβοι είναι αυτοί; Εκρήξεις!! Ναι είναι θόρυβοι από εκρήξεις. Σηκωνόμαστε σχεδόν αμέσως με την Κρίστα.
«Τι είναι αυτοί οι θόρυβοι τι έγινε, τι συμβαίνει;» λέει η Κρίστα πανικόβλητη.
Ο Πετρίδης βγαίνει και αυτός «Τι έγινε;! Ιωάννη πήγαινε κάτω να δεις τι είναι».
Νέοι θόρυβοι. Βγαίνω στο διάδρομο. Όλος ο κόσμος έξω. Τρέχω από τις σκάλες. Ισόγειο. Αίθριο. Θόρυβοι. Καπνοί βγαίνουν από την σκάλα που οδηγεί στα υπόγεια. Καπνοί και ζέστη.
Ο Ντινόπουλος ο προϊστάμενος ασφαλείας σε έξαλλη κατάσταση ουρλιάζει «Τι έγινε ρε Μιχάλη, τι έγινε;;»
Και όμως, ο Μιχάλης ο σεκιούριτι, κινείται.
«Φωτιά στα υπόγεια κύριε Ντινόπουλε, φωτιά. Και έφτασε στις δεξαμενές πετρελαίου. Καίγονται όλα κάτω. Θα έβαζα στοίχημα πενήντα προς ένα πως σε λίγο η φωτιά θα φτάσει μέχρι πάνω»
«Γιατί ρε μαλάκα δε λειτούργησε το σύστημα πυρασφαλείας εεε γιατί ρε;»
«Κάποιος το απενεργοποίησε. Μέσα από τον κεντρικό υπολογιστή. Και το κλείδωσε ώστε να μην ξεκινάει με τίποτα »
«Έτσι εε;; Μαλάκα! Για να είσαι όλη μέρα με την εφημερίδα. Ξόφλησες από την πιάτσα, ξόφλησες σου λέω!» φωνάζει ο Ντινόπουλος και χιμάει μέσα στους καπνούς.
Ο Μιχάλης έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό. «Τι κάνει ο άνθρωπος ρε; Εγώ δε θα πήγαινα εκεί κάτω με τίποτα. Είναι γκαραντί καμένος. Δε θα καώ εγώ για το μπουρδέλο».
Κόσμος μαζεύεται στο μεγάλο αίθριο. Παραδίπλα η Τζένη του λογιστηρίου σφίγγεται πάνω στον Άντζελο και η Βορβύλα πάνω στην Τζένη.
Ο Αρτέμης αποφαίνεται «Αυτό ήταν το τελευταίο χτύπημα, το οριστικό χτύπημα».
Ο Γιώργος, ολόσωμος τώρα, συνειδητοποιεί, «Ρε συ, τα αυτοκίνητα είναι στο υπόγειο γκαράζ».
Ο Πετρίδης εμφανίζεται ιδροκοπημένος από τη ζέστη και σε καθόλου γαλήνια κατάσταση «Η Μερσεντές μου! Αν καεί η Μερσεντές θα σας πάω όλους στα δικαστήρια. Κάποιος να πάει να φέρει τη Μερσεντές μου!» Μουγκρίζει και χάνεται και αυτός μέσα στους καπνούς.
Ναι είμαι σίγουρος πως μπορώ να ακούσω ένα γριλιστό-σαρκαστικό γέλιο σε έξαρση εκεί που βρίσκεται η εστία της φωτιάς. Ένα γέλιο σαν αυτό που θα είχε ο Νέρωνας όταν θα έβλεπε τη Ρώμη να καίγεται, μόνο που τώρα η μουσική υπόκρουση δεν είναι λύρα αλλά ηλεκτρική κιθάρα. Κόσμος μαζεύεται στο μεγάλο αίθριο. Η θερμοκρασία ανεβαίνει. Φλόγες ξεπηδούν και αρχίζουν να σκαρφαλώνουν τους τοίχους. Καιρός να βγούμε έξω.
Όλο το προσωπικό έξω. Η κυκλοφορία έχει σταματήσει. Οι οδηγοί έχουν βγει από τα αυτοκίνητά τους και κοιτάνε και αυτοί. Καπνοί, φωτιά, κραυγές.
«Η πυροσβεστική που είναι η πυροσβεστική;»
«Που είναι όταν τους χρειάζεσαι, τι κράτος είναι αυτό!»
«Που είναι η Μαρία; Μήπως είδε κανείς τη Μαρία;»
«Τι θα γίνουμε τώρα χωρίς εταιρεία;»
«Τι θα γίνουμε τώρα χωρίς εταιρεία;»
Να η Μαρία. Στριγκλίζει. Σηκώνει το χέρι της και δείχνει ψηλά. Ο Αντωνίου, ο πρόεδρος, στο παράθυρό του στον όγδοο. Κοιτάει με βλέμμα κενό. Βουτάει. Η Μαρία ουρλιάζει και δείχνει χαμηλά. Ο Αντωνίου χτυπάει με το κεφάλι στο κάγκελο στην άκρη του πεζοδρομίου. Όλοι μαζεύονται γύρω από το πτώμα με το παραμορφωμένο σα μπάλα του ράγμπυ κεφάλι.



Είμαι σπίτι... Δεν έχει σημασία πως γύρισα. Παίρνω τηλέφωνο.
«Έλα Τζέρυ, τι γίνεσαι;»
«Που σε ρε Τζόνυ. Τι κάνεις ρε αγόρι;»
«Είχα μια περίεργη ημέρα. Κάηκε το κτίριο της εταιρίας και βούτηξε και ο πρόεδρος στο κενό».
«Τι μου λες; Θες να έρθεις από εδώ να τα πούμε;»
«Έρχομαι».

Κυριακή, Ιουνίου 18, 2006

an off-hand thought before a walk

They think truth shouts
when it’s half – muttered.
They believe lies distort emotions
that matter.
They feel fun only when they
encourage it.
God forsake that they might
be swept under it

Thoughts, beliefs an’ feelings
all constitute their ideal realm
of being far off,
you know the place where one is wavin’ hi
while they’re actually winkin’ goodbye.


Some define it as bein’ rid of one’s shame; others call it a route that was not supposed to be taken – it’s only natural that you have to ask if the diversion was worthwhile of havin’ not bein’ planned – you know, ignorin’ all the rules, the red incorrect underlines marked as signs of not bein’ orthographic - sorry, was that too horrifyin’? you can’t sound too logical when you’ve stepped on rules – crossed the lines marked as too diplomatic: “are you too daft to get it by now?”
It all screams: “misunderstood” but do you really want the one-liner to be termed as yet another of your deceptive clues? What about givin’ a hint as to the movie? You might use english as a code but hey, truth is meant to be told not spelled through hidden codes.
amy

Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006

Υπό τους ήχους του Bankrobber ( Dub Robber is better!)

Τα δευτερόλεπτα καταγράφηκαν στην μνήμη του σαν στιγμές από κινηματογραφική ταινία. Για μια ακόμη φορά απομάκρυνε την αποχαύνωση με ηλίθια εφήμερα τραγουδάκια ευρείας απήχησης που συνήθιζε να κοροϊδεύει όταν ήταν νεότερος, πιο ανέμελος, χωρίς υποχρεώσεις. Αργότερα, όταν απέτυχε να ανταποκριθεί στα standards των «επιτυχημένων» δεν ένιωθε καμιά ντροπή να παραδεχθεί ότι ήταν ένας ακροατής των μισητών playlist, των ευκαιριών εύκολης πρόσβασης. Μόνο έτσι θα έβρισκε παρηγοριά στην αδυναμία ενσωμάτωσης, στην απογοήτευση που κάτω από τα αδιαπέραστα γυαλιά ηλίου προσπαθούσε μάταια να επικοινωνήσει στους ανύποπτους πελάτες.
Η μέρα ήταν συνηθισμένη. Απαράλλαχτη σαν όλες τις άλλες κι αυτός σκότωνε την μονοτονία με ηλίθια τραγουδάκια (some people want to rule the world with silly love songs ; guess what: he was ….one of them). Για μια ακόμη φορά προσπαθούσε να κρύψει τις ενοχές της μισητής στολής κάτω από την ελαφρότητα του αγαπημένου του – του καλύτερου – σταθμού. Η αισθαντική φωνή όμως δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να κρύψει την αμηχανία εκείνου ˙ το άνετο βάδισμά του που ήταν υπερβολικά γρήγορο για έναν μεσήλικα ιδρωμένο με φυσική κατάσταση που αντικατοπτριζόταν σε μια επιμελώς κρυμμένη κάτω από τουλάχιστον δύο νούμερα μεγαλύτερη μπλούζα κοιλιά και μια αναπνοή που σιγό – τραγουδούσε playback με την βοήθεια της ατελείωτης κίνησης και της χωρίς νόημα βιασύνης που τρέφει την σχεδόν ομόφωνη σιωπή.
Η φωνή της κατατρομαγμένης ηλικιωμένης πελάτισσας δεν τον συγκίνησε. Το τράβηγμα από τον ώμο όμως τον έκανε να ταρακουνηθεί. Κάποιος – επιτέλους – προσέτρεξε σ’ αυτόν ˙ τον κοίταξε για παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο ˙ του έκανε σινιάλο ότι ήταν σημαντικός ˙ δεν ήταν άλλος ένας από το πλήθος που απέστρεφε το βλέμμα, άνοιγε το στόμα, έχανε τις αισθήσείς του, έχανε έναν λόγο για να απευθυνθεί σ΄ αυτόν. Η έκκλησή της λειτούργησε στα μετά ακουστικών αυτιά του ως παράκληση, ως κίνητρο. Οι οδηγίες της σχολής (=κατάρτιση την δικαιολογούσε στα αυτιά των παλιών του συμμαθητών που δεν πίστευαν στα μάτια τους) απλώς λειτούργησαν συμπληρωματικά. Μηχανικά οι κινήσείς του οδηγήθηκαν προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Τράβηξε το πιστόλι του από τη θήκη του και τυφλώθηκε από την ερώτηση του μικρού του γιου. «Μπαμπά, τι δουλειά κάνεις;» «Προστατεύεις τον κόσμο;», ρώτησε κάτω από την εποπτεία της περήφανης – ανύποπτης μαμάς που είχε γραμμένο το ναι στα ήρεμα, αθώα μάτια της. Αυτά τα μάτια προσπαθούσε να ικανοποιήσει. Αυτά τα μάτια έβλεπε όταν τα χέρια του σημάδευαν την καρδιά του. Δεν ήξερε που στόχευε. Προσπαθούσε απλώς να βρει το κουράγιο να τραβήξει την σκανδάλη. Όχι, δεν ήταν άλλη μια ατάκα, ήταν απλώς μια στιγμή, μια προσωρινή εξιλέωση στα μάτια εκείνης. Τα μάτια της τον οδηγούσαν. Τα μάτια της τον τύφλωναν. Τα μάτια της τον οδήγησαν.
Το επόμενο πρωί προσπαθούσε απλώς να συνέλθει από ένα αίσθημα που είχε κάνει κατάληψη στο κορμί του. Δεν ήταν δικό του. Κάτι σκέψεις προσπαθούσε να ξεστομίσει σαν κακόμοιρος Δαπίτης αλλά μέχρι και ο ίδιος ήξερε ότι αφετηρία τους ήταν ή υποχρέωση, η κομματική υποδούλωση, η χωρίς επιχειρήματα εμμονή στην γραμμή: την διευθυντική, την κομματική, την κοινωνική….Τα συναισθήματά του είχαν καταλάβει την λογική και τον τρόμαζαν. Δεν τον άφησαν να κλείσει μάτι όλη νύχτα. Άοπλος απέναντι στην ισχύ της αυπνίας, προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, να απολογηθεί.
Δεν κατάλαβε τον γιο του που γλίστρησε δίπλα του στον καναπέ. Δεν άκουσε τον Τέρενς να τον χαρακτηρίζει ήρωα, τον γιο του να τον σκουντάει υπερήφανα. Ένιωσε μόνο να τον ξυπνάει η αναπάντεχη ερώτησή του: «μπαμπά, ο Γιώργος δεν θα ’ ρθει σήμερα. Κάποιος σκότωσε τον μπαμπά του. Ποιος, μπαμπά;»
amy

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006

deconstructing...

Μικρές πράξεις ανατροπής:

- να μην διαβάζεις καθημερινά εφημερίδα, αγαπημένα σου blog

- να μην ανατρέχεις στο internet (παρόλο που κάποια νέα που περιμένεις θα ταξιδεύσουν γρηγορότερα μέσα από συγκεκριμένες διευθύνσεις του)

- να μην υποστηρίζεις την εθνική Βραζιλίας

- να αγνοείς θορύβους όπως το επίμονο παιχνίδι με το καπάκι που πέφτει και το σηκώνουν, πέφτει και το ξανασηκώνουν, πέφτει…

- να αγνοείς τις παραπομπές – ελπίζοντας ότι θα βαρεθούν και αυτές το στήσιμο και θα κατασκηνώσουν σ’ άλλα γραπτά, άλλες εργασίες

- να διαβάζεις “she” αντί για “he” όταν τίθεται το δίλημμα ποιο πρόσωπο να χρησιμοποιηθεί

(e.g.."The copyright owner can thus sell the right, licence it out, sell parts of it or whatever she desires to do with it that isn't legal.")

- να αγνοείς τον πολιτικά ορθό τρόπο ομιλίας, γραφής (αναμφισβήτητα πάντα – και αυτό δεν αποτελεί σαρωτική γενίκευση – κάποιος θα λεπτολογεί, παρεξηγείται, δυσαρεστείται, ευχαριστιέται – σε βάρος ίσως άλλων)

- να ξεχάσεις ότι κάθε πράξη σου κρύβει εκφάνσεις ανατροπής.

amy

Τετάρτη, Ιουνίου 14, 2006

ένα post για τις λέξεις που αρχίζουν από μόνο-


Τις προάλλες, εκεί που ταξίδευα μόνος μου με το πούλμαν που σας έλεγα, και
σκάρωνα διάφορες μαλακιούλες με το μυαλό μου για να σπάω τη μονο-τονία του τοπίου, μου έσκασε (μπονγκκκ) η εξής μαλακιούλα:
Οι λέξεις που έχουν σαν πρώτο συνθετικό το μόνο-, μόνος, δεν λένε καθόλου
Εσείς τι λέτε;

Μοναξιά
Μοναρχία
Μονήρης
Μόνιμος
Μονογαμία
Μονοδιάστατος
Μονόδρομος
Μονοθεϊσμός
Μονοθεσίτης
Μονοκαλλιέργεια
Μονόκλινο
Μονοκόμματος
Μονολιθικός
Μονόλογος
Μονομανία
Μονομερής
Μονόπλευρος
Μονοπώλιο
Μοναχοπαίδι
Μοναχοφαγάς
Μονόφυλλο
Μονοφωνία
Μονοχρωμία
Μονόχνοτος

Μόν-γκο



Τρίτη, Ιουνίου 13, 2006

…all lost in the supermarket…


Έχει πάρει καλαθάκι και βαδίζει στα στενά δρομάκια ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Κάποιες είναι πολυώροφες και πολυσύχναστες. Τα κουδούνια τους συνεχώς χτυπάνε, κόσμος μπαινοβγαίνει, αναρίθμητες μάρκες παπουτσιών παρελαύνουν, χέρια απλώνονται, ονόματα προφέρονται, ονόματα μπερδεύονται, οικογένειες κοντοστέκονται, τα βλέμματα καθηλώνονται. Τα καρότσια στριμώχνονται στην ατελείωτη κίνηση και το σκηνικό θυμίζει κάτι από συγκρουόμενα. Σκοπός του παιχνιδιού δεν είναι ποιος θα οδηγήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια αλλά πόσες μετωπικές θα καταγραφούν μέχρι να φτάσουν όλοι στο ταμείο. Από πίσω ακούγονται κόρνες, από μπροστά διάλογοι και στα πλαϊνά τοιχώματα τα προϊόντα κονταροχτυπιούνται σε λάμψη για να κερδίσουν μια ματιά.
Αποφάσισε να κάνει μια παράκαμψη από την συνοικία των τροφίμων και να περάσει στα πιο κρύα κλίματα. Κατεψυγμένα και εργένικα. Ετικέτες, τιμές και τα delivery ξεχνιούνται για πιο σπιτικές συνταγές. Πακέτα από πίτσες και ότι προϋποθέτει ελάχιστες κινήσεις πριν καταλήξει στο στομάχι βρίσκουν κατευθείαν τον δρόμο τους στο καλάθι του. Δεν κάνει καν τον κόπο να τα βάλει σε τάξη. Πέτρα – ψαλίδι – χαρτί και προϊόντα υγιεινής πλακώνονται από μπουκάλια μπύρας καθώς οι ναφθαλίνες και τα πακέτα ζάχαρης ανταλλάσσουν περίεργες ματιές και γνωρίζουν ένα αίσθημα φόβου μπροστά στον ξέφρενο χορό των μπιζελιών και τα λαχανάκια Βρυξελλών που έρχονται να τους κάνουν παρέα χάρη σε μια ξαφνική έμπνευση υγιεινής δια(σ)τροφής που τον κατέλαβε να κατευνάσει κάποιες από τις μητρικές ανησυχίες και να νιώσει λιγότερες ενοχές. Ο Μανόλης ο μανάβης διαλαλάει το εμπόρευμα του από απέναντι αλλά αυτός προτιμάει απλώς τους τυποποιημένους χυμούς που διαρκούν περισσότερο και κλείνει βιαστικά το μάτι στον Αιμίλιο που φαίνεται να ξεγλιστράει από ένα ζευγάρι χέρια που τον περιεργάζονται και να κυλάει προς πιο κίτρινα χρώματα.
Είναι πλέον έτοιμος να ανέβει ένα επίπεδο και να ασχοληθεί με τον χώρο του σπιτιού όταν ένα εσωτερικό μουρμουρητό του υπενθυμίζει ότι δεν έφαγε πρωινό και καθώς έχει ήδη αποφασιστεί γενικό συγύρισμα – καθάρισμα χρειάζεται επιπλέον δύναμη που όμως βαριέται αφόρητα να την βρει στύβοντας πορτοκάλια που μετά πρέπει να σουρώσει (κομμένο το δούλεμα – έτσι έχει συνηθίσει). Ψηφίζει γάλα και δημητριακά λοιπόν αλλά μπροστά του βλέπει μόνο γιαούρτια, παγωτά σε διάφορες γεύσεις, συσκευασίες, χρώματα, περιτυλίγματα. Νιώθει γοητευμένος αλλά δεν ενδίδει. Έχει μάθει να προσπερνάει τις περιττές πληροφορίες και να αποκρυπτογραφεί τις ετικέτες έτσι ώστε να προστατεύει την τσέπη του. Ναι και η υγεία είναι ένα θέμα αλλά το ατελείωτο πήγαινε – έλα στις λεωφόρους της δουλειάς και τις διασκέδασης του προσφέρουν αρκετή γυμναστική. Είναι και το ποδόσφαιρο, συνηθίζει το βλέμμα στην άσκηση των άλλων και παραιτείται από οποιαδήποτε καταβολή περιττής προσπάθειας που μεταφράζεται σε ιδρώτα, φουσκωμένα μπράτσα και κοιλιακούς – φέτες. Η γράμμωση ξεχνιέται και το ίδιο και τα αγαπημένα του δημητριακά που καθώς φαίνεται θεωρούνται ντεμοντέ μπροστά στην επέλαση των ηλίθιων σοκολατούχων και των φυτικών, πληκτικών και σωρεία άλλων στερητικών.
Τα βήματα του τον φέρνουν σε ατελείωτους διαδρόμους με θερμοκρασίες που απορροφούν την ζέστη και την μουσική lounge αισθητικής που διαχέεται σ’ όλον τον υπερκαταναλωτικό ναό. Όλα εύρυθμα και μελετημένα προκειμένου να χαλαρώσει μπροστά στην έκθεση και την υπερβολή και να ζαλιστεί από τα επίθετα, ξεχνώντας τα ουσιαστικά. Όχι δεν ξέχασε το γάλα απλώς έμεινε αποσβολωμένος να κοιτάει την ένδειξη του πληθυντικού στο ψυγείο: «γάλατα», όπως λέμε: «θάλαττα» ; μάλιστα, ημερομηνία παρασκευής: σημερινή: κατευθείαν από την βοσκούσα αγελάδα στο ποτήρι του. Ημερομηνία λήξης: δεν βαριέσαι. Το μάτι πέφτει στα «Ε». Ε όπως λέμε ευτυχία, ελευθερία. Ε όπως εφήμερο, επανάληψη. Ε όπως έμπνευση, αυτή που λείπει από τους διαφημιστές. Όχι πια φαγούρα, όχι πια κάλοι, όχι πια ζεσταμένο φαγητό. Τα σαμπουάν και οι αφροί δίνουν κάποιες ιδέες γι’ αυτούς και την χαμένη τους έμπνευση αλλά το μυαλό του χορεύει σε beat ρυθμούς σαν κι αυτούς που θα ακούγονται το βράδυ αν δεν αποτρέψει την εγρήγορση των κουνουπιών που βράδια τώρα χτυπάνε τατουάζ γεωμετρικών σχημάτων σ’ ολόκληρο το κορμί του. Απορεί με τόσο αλκοόλ στο αίμα του πως και δεν έχουν μεθύσει μέχρι τώρα να κάνουν κανένα πάρτι σ’ έναν πιο εξωτικό προορισμό και να εγκαταλείψουν επιτέλους τη σκληρή χειρονακτική εργασία πάνω σε αφυδατωμένους από την αργοπορημένη άφιξη της καλοκαιρινής άδειας οργανισμούς.
Τέλος πάντων. Η ώρα κινείται αργά σ’ αυτό το μέρος και δεν αντέχει άλλο το βάρος που του ‘χει προστεθεί. Πετάει την πετσέτα και ρίχνει το καλάθι στο καρότσι που είναι παρκαρισμένο πιο δίπλα. Ο δεύτερος όροφος αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρηστικός και γι’ αυτό απολύτως βαρετός. Το βλέμμα ανεβοκατεβαίνει αμέτρητες αποστάσεις ανάμεσα στα χαμηλά, προσβάσιμα ράφια και τα λουσάτα ρετιρέ που όμως κατοικούνται από ογκώδεις ένοικους που δεν μετακινούνται ούτε και με τις πιο φιλότιμες ακροβασίες. Απορρυπαντικά, μαλακτικά… κάτι ξεχνάει. Με τι θα καθαρίσει τα κολλήματα και τις ανασφάλειες που λερώνουν την ανεμελιά του;
«Χρωματοπαγίδα». Ίσως είναι η απάντηση που… δεν έψαχνε. Να παγιδεύσει τα μουντά χρώματα σε πλύσεις που πλέον δεν θα προκαλούν ξεθώριασμα. Ξεφτίζει η μνήμη. Τον είχε προειδοποιήσει η μάνα του: να βάζει χωριστά τα χρωματιστά.
Η ζαλάδα και η βαρεμάρα είναι πλέον εμφανείς και ούτε και οι μπαταρίες που εντελώς θαυματουργά εμφανίζονται στο ράφι μπροστά του δεν μπορούν να τις αποφορτίσουν. Ρίχνει μια ματιά στα βιβλία με την ένδειξη «πρόσφατες κυκλοφορίες» και νιώθει τον προερχόμενο από τα παραδίπλα ράφια φθόνο των δημοσιογράφων – συγγραφέων (επιτέλους πρόσθεσα και αυτό τον τίτλο στο βιογραφικό μου) που με επιτηδευμένο φεμινιστικό ενθουσιασμό του φωνάζουν: πώς να ζήσετε, πώς να φάτε, πώς να φλερτάρετε, πώς να μιλήσετε, πώς να κοιμηθείτε, πώς να ονειρευτείτε καλύτερα. Καλόν ύπνο.
Στο ταμείο, οι αριθμοί διαδέχονται τις σκέψεις, η συνδιαλλαγή αργεί να πραγματοποιηθεί, η κοπέλα είναι καινούρια. «Δείξτε κατανόηση» παρακαλεί ο προϊστάμενος της που προσπαθεί να περάσει το προφίλ του καλού εργοδότη ενώ είναι φανερό ότι μόλις που κρατιέται για να φύγουν οι πελάτες και να ξεστομίσει το κήρυγμα – τροπάριο. Οι ανάγκες στριμώχνονται στις σακούλες και οι επιθυμίες βαδίζουν προς την ακατάστατη φιλοξενία του καταφύγιού του. Νιώθει πολύ κουρασμένος. Μάλλον θα αφήσει για αύριο τις δουλειές.
amy

Πέμπτη, Ιουνίου 08, 2006

Αντίο και καλή τύχη

Η επικαιρότητα τρέχει:
Κάηκε το κέντρο από τους κουκουλοφόρους / Τι θα γίνει με το πανεπιστημιακό; / Μας πυροβόλησαν τα μουνιά οι Βάζελοι, θα πέσει αίμα / Πάλι έδωσε show o Giorgakis / Έχουμε καταστρέψει το περιβάλλον, έχουμε γαμήσει το σύμπαν / Δεν μας αλλάζουνε σεντόνια στα ξενοδοχεία, αυτά δεν είναι κρεβάτια είναι τράπεζες σπέρματος / Γαμώ την κοινωνία σου, κοινωνία, ποιος έφαγε τον Άλεξ; / Είμαστε όλοι άνεργοι / Είμαστε όλοι σακατεμένοι / Είμαστε όλοι μετανάστες
Αλλά πιστέψτε με:
ΧΑ ΧΑ ΧΑ, Αγαπητοί μου, πραγματικά, δεν μου καίγεται καρφί . Ναι είμαι ένας χοντρόπετσος, ένας άκαρδος και το παινεύομαι
Τα προσωπικά μου συνωθούνται –κυρίως- μέσα στο κεφάλι μου:
Τι θα γίνει με το μέλλον μου; / Που πάνε τα εργασιακά μου; / Θα τελειώσω ποτέ αυτές τις #$%@ σπουδές που άρχισα; / Ποιος είμαι; / Που πάω; / Πως θα σώσω τον κόσμο; / Μήπως είμαι αλκοολικός;/ Τι θα φάω το βράδυ;
Αλλά, ΧΑ ΧΑ ΧΑ, τα έχω ξεχάσει όλα, εξαφανίστηκαν, δεν έχω συνείδηση, ούτε συναίσθηση.
Κλικάροντας το κουμπάκι που γράφει «Publish Post», όλα αυτά θα συμπηχτούν μέσα σε μια μικρή πλαστική διάφανη σφαίρα, σαν αυτά τα σουβενίρ που τα γυρνάς ανάποδα και πέφτει ασημόχαρτο χιόνι, χιόνι σαν αυτό που θα ρίξει το σαββατοκύριακο, και θα την αφήσω τη σφαίρα πάνω στο ράφι (για να τη βρω και να την επαναναπτύξω φυσικά όταν επιστρέψω).
Γιατί φεύγω από την Dark City για τριήμερο, ναι φεύγω μαζί με όλους τους άλλους μαλάκες Αθηναίους για τας εξοχάς, και θα κάθομαι στο κάθισμα του πούλμαν, και θα κοιτάω από ψηλά όλα τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, φορτωμένα με πεθερές, γιαγιάδες, ποδηλατάκια , ράντζα, σκυλιά με τις γλώσσες έξω, πάνες, και θα χαμογελάω, ναι θα χαμογελάω σα χαζός, από χαρά.
Γιατί θα είμαι το τριήμερο στην παραλία κάτω από μια ομπρέλα- είτε για τον ήλιο είτε για το χιόνι που έρχεται , δεν έχει καμία σημασία- και θα είμαι μαζί της και δε θα διαβάζω blogs, δε θα διαβάζω τίποτα, δε θα κάνω τίποτα, απλά θα χαθώ μέσα στη θάλασσα.
Και πραγματικά σας εύχομαι ολόψυχα κάτι ανάλογο : D
Πάω να ετοιμάσω τα μπαγκάζια μου
Αντίο και καλή τύχη

Μόνγκο

?

Αμηχανία είναι :
- να κάνεις άλλα απ’ αυτά που σκέφτεσαι
- να σκέφτεσαι περισσότερο απ’ όσο πρέπει
- να ξοδεύεις το βλέμμα σου σ’ ένα ανώφελο μέτρημα:
- πόσα πλακάκια έχει αυτό το ηλίθιο πάτωμα;
- πόσες λίστες με στιγμές που ένιωσες πιο άβολα θα κάνεις;
- πόσα «άνετα» χαμόγελα θα χαρίσεις;
Αμηχανία είναι:
- να μιλάς με υπεκφυγές
- να σου μιλάνε με υπεκφυγές
- να αποστρέφεις το βλέμμα
- να αποστρέφουν το βλέμμα
Αμηχανία είναι:
- να γλιστράς χωρίς να ξέρεις που θα καταλήξεις
- να γλιστράς ελπίζοντας ότι θα καταλήξεις
- να μπορείς να πεις δεν πειράζει παρόλο που δεν είναι αυτό που περιμένει ο καλύτερος σου φίλος όταν έρχεται η ώρα της αποτίμησης άλλης μιας βραδιάς οινοποσίας, παρήγορων λόγων, αδιέξοδων συζητήσεων που παραδοσιακά αρχίζουν με το «λοιπόν» και καταλήγουν στο «καληνύχτα, σκάσε πια»
Αμηχανία είναι:
- δεν ξέρω,
μου είπαν ότι περνάει
amy

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2006

sunflower


Τα μάτια είναι πλημμυρισμένα από κιτρινοπράσινες αποχρώσεις ˙ είναι κολλημένα στο απέραντο λιβάδι με τα ηλιοτρόπια που δίνουν την αίσθηση ενός παραδεισένιου τοπίου βγαλμένου όμως από ένα… καρποστάλ που μεγενθυμένο σε μια τεράστια αφίσα κοσμεί την ντουλάπα απέναντι από το κρεβάτι της. Πιο δίπλα είναι ο Jeff, απέναντι ο Ιan, παραδίπλα η Αmelie αλλά είναι νωρίς για καλημέρες. Το βλέμμα προτιμά να εστιάσει εκεί. Είναι ωραία τα όνειρα με ορθάνοιχτα τα μάτια. Είναι και η πρωινή ησυχία…που δεν διαρκεί πολύ ˙ την σπάει ο ήχος από την σκούπα που τραντάζει το μπαλκόνι και απομακρύνει φοβισμένα τα περιστέρια – «βρωμόπουλα» ακούγεται να τα αποκαλεί ο θυμωμένος γείτονας – που είχαν βρει καταφύγιο στην μπουκαβίλια του. Ο ήχος από τα μουρμουρητό του σταδιακά χάνεται καθώς αρχίζει να λικνίζεται στο παιχνίδισμα του αέρα με τα cd – που είχε κρεμάσει εν είδη σκιάχτρου στο air-conditioner – και τις φωνές-κλάματα των μικρών από τον κάτω όροφο που αρνούνται να μπουν στο σχολικό. Η δωροδοκία και οι γονικές διαπραγματεύσεις οδηγούν στην απρόθυμη επιβίβαση τους σ’ άλλο ένα ωράριο που δεν έχουν επιλέξει και εκείνη ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη για περισσότερο ύπνο και το δρομολόγιο προς έναν προορισμό που καθημερινά φαίνεται ίδιος παρ’ όλα τις αλλαγές – λίφτινγκ που έχει υποστεί.
Ίσως σηκώθηκε από την λάθος μεριά του κρεβατιού ˙ είναι και που δεν βρήκε το σωστό cd - soundtrack για την πρωινή ακεφιά. Please don’t wake me/ please don’t shake me/ I’m only sleeping. Πώς να κοιμηθεί όταν βλέπει το πρόσωπο του πρώην προϊστάμενου της * να την χαιρετάει με το μικρό της όνομα, μια οικειότητα που όμως έχασε προ πολλού;
«Καλά είναι;» Ας σταματούσαν πια όλοι να την ρωτάνε. Ας μιλάγανε για τον καιρό. Είναι πιο αδιάφορο θέμα όπως και η κουβέντα που κρύβεται πίσω από τα σύννεφα της βαρεμάρας και αρνείται να σχηματιστεί σε ουσιαστικές λέξεις που χτίζουν μια αληθινή κουβέντα. Και το άλλο: «Τι νέα;» Αν ήθελε, θα στα ’λεγε, δεν θα χρειαζόταν να τα εκβιάσεις για να στα πει. Ευτυχώς κατεβαίνει σε λίγες στάσεις. «Γεια», της λέει χαμογελαστός. «Αντίο», του αντιτείνει εκείνη.
Ανεπιθύμητες συναντήσεις, μέρος δεύτερο. «Που χάθηκες;», «Τι κάνεις τώρα;», «Να τα πούμε.», «Να ανταλλάξουμε τηλέφωνα!», «Ναι, έχεις δίκιο, καλύτερα να σημειώσεις εσύ το δικό μου.» «Ωραία, τα λέμε». Άλλη μια σπαστική φράση ˙ γιατί την χρησιμοποιούμε όταν δεν την εννοούμε; Αφού είχαμε χαθεί τόσο καιρό πως θα τα πούμε; Όπως τα ’παμε χθες; Και τι θα πούμε; Να είμαι το κομμάτι του χθες που θα σε βοηθήσει να συναρμολογήσεις το πάζλ του σήμερα, τώρα που είναι «τακτοποιημένη» η ζωή σου και βυθίζεσαι περισσότερο στο παρελθόν; Αγία Νοσταλγία, ωραίο τραγούδι αλλά δεν ενδείκνυται για την ώρα.
Οι fabulous four της υπενθυμίζουν: Good Day Sunshine αλλά εκείνη βυθίζεται στην υπνηλία ενός αδιάφορου ξεφυλλίσματος και αδυνατεί να δει τις ακτίνες του. Τις νιώθει βέβαια να της χτυπάνε την πλάτη αλλά μάλλον μια παραίσθηση θα ’ναι. Μπορεί και όχι. Γυρίζοντας προς την κατεύθυνση από την οποία προέρχεται το χτύπημα βλέπει κάποια γυναικεία χείλη να ρωτάνε κάτι. Λέει ναι, μα φαίνεται πως δεν ήταν η σωστή απάντηση γιατί αυτά συνεχίζουν να τραγουδούν τον ίδιο ρυθμό ενώ τα μάτια του ίδιου προσώπου συνεχίζουν να είναι απορημένα όπως πριν την ερώτηση και άρα μόνο μια λύση απομένει. Τα ακουστικά κρέμονται από τα αυτιά, οι τέσσερις Άγγλοι δεν είναι πλέον μια ιδιωτική ακρόαση και οι ερωτήσεις διαδέχονται η μία την άλλη καθώς απομακρύνει την μάσκα της αντικοινωνικής για να εκτελέσει χρέη ξεναγού. Παράξενη πόλη, παράξενοι άνθρωποι. Εάν δεν βοηθήσει ο ένας τον άλλο, θα χρειαστεί να απευθυνθούν στους αστυνομικούς που τοποθετημένοι στις γωνίες καιροφυλαχτούν να δουν την αγριεμένη της διάθεση και να την συλλάβουν ˙ αυτή και την συμπαθητική ξένη που με σπαστά ελληνικά θα οδηγηθεί προς την πυξίδα τους.
Άλλη μια απρόσμενη συνάντηση και ο Moz φαίνεται να την κοροϊδεύει καθώς της φέρνει στο νου μια από τις πολλές ατάκες του: ..two people who I’d much rather kick in the eye. Ναι, καλά ˙ εάν ήξερε kickboxing, ίσως. Αλλά άκουσε την φίλη της, χρόνια στο άθλημα, που την προειδοποίησε για τις κλωτσιές που θα εισπράξει και τα μαύρα μάτια που ούτε το καλύτερο concealer δεν θα μπορέσει να κρύψoουν. Και εντάξει, να τις τρως ˙ πρέπει να το βλέπουν όλοι δηλαδή;
Οι σκέψεις παγώνουν καθώς νιώθει κάτι να της τραβάει το πόδι. Η πόρτα έκλεισε αλλά όχι προτού…το κλωτσήσει και τώρα η φούστα που θυμήθηκε να βάλει σήμερα θα αποκαλύπτει στην κοινή θέα το ατυχές περιστατικό. Ερωτήσεις, εξηγήσεις. Τι νέα; Τα ίδια.
Η πρωινή αφηρημάδα δεν έχει τέλος και αναρωτιέται που άφησε την συγκέντρωσή της και τα ρέστα από το χαρτονόμισμα που θυμάται να έδωσε κάπου. Θα το είχε πάρει είδηση πολύ αργότερα αλλά ένιωθε τις τσέπες της ανάλαφρες, σε πλήρη αναντιστοιχία με το γεμάτο έγνοιες μυαλό της. Αυτά τα δύο συμβάδιζαν καθώς τα διέκρινε πάντα ο ίδιος νόμος της βαρύτητας. Η μουσική παραμένει εγκλωβισμένη στο Help στην αναφώνηση του οποίου προσφέρει χέρι βοήθεια ένας περιπτεράς που για κάποιο λόγο την φωνάζει. «Τα ρέστα σου» της εξηγεί γεμίζοντας τα χέρια της με υποδιαιρέσεις του ευρώ και ένα πακέτο τσίχλες. Τον κοιτάζει απορημένη. «Κέρασμα για να ξεχαστείς», συνεχίζει διευκρινίζοντας εκείνος στα άνευ γυαλιών, διασταλμένα από την απορία μάτια της. «Είσαι καλά;», «Έχεις κάτι;» συνεχίζει εκείνος, μη δίνοντας σημασία στις ερωτήσεις του που μένουν αναπάντητες. «Γιατί είσαι αφηρημένη;», επιμένει θέλοντας εμφανώς να περάσει από το πελατειακό επίπεδο της σχέσης τους στο ψυχαναλυτικό. Γιατί; Τι να απαντήσει. Ο Paul εύστοχα προτείνει: don’t bother me αλλά 1) πάντοτε προτιμούσε τις απαντήσεις του John – είναι σαν να είχε να διαλέξει ανάμεσα στον Roger Moore και τον Sean – call me Bond – Connery και 2) ο περιπτεράς της δεν είναι αγγλομαθής – τον είχε δει κάποτε να μιλάει σε μια Αγγλίδα τουρίστρια χρησιμοποιώντας τα χέρια του. Οπότε, επιλέγει την ασφαλή οδό του «έχω αργήσει» και τον αφήνει να πειραματιστεί με κάποιον πιο εξωστρεφή πελάτη.
Ο John συνεχίζει να αργοπορεί την άφιξή του καθώς ο Paul την προειδοποιεί: I am looking Through You και εκείνη πρέπει να εξομολογηθεί ότι το τωρινό της κόλλημα την φέρνει μερικές φορές σε δύσκολη θέση. Όπως τις προάλλες που ο αδερφός της απορούσε για το βύθισμα της στα άπαντα του συγκροτήματος από το Liverpool και εκείνη απλώς του χαμογελούσε. Τι να του πει;
ότι την γοητεύουν:
– οι εκκλήσεις του John προς την κοπέλα του κάθε τραγουδιού;
– οι απέλπιδες προσπάθειές του να την ξανά-κατακτήσει ενώ δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι είναι wicked guy και loser;
– οι μελιστάλακτες προσωπικές εξομολογήσεις της πρώτης περιόδου του που όταν μετατρέπονται σε πολιτικές την δεύτερη (περίοδο) δεν χάνουν σε τίποτα από την ειλικρίνειά τους
– το ωραίο μπέρδεμα του he με το she, sender με receiver, boy με girl, they both have troubles που τόσο χαζά και γλυκά ξέρει να αναδεικνύει μέσα από τα τραγούδια του.
ή:
ότι κάθε καλοκαίρι χρωματίζεται από διαφορετικές μουσικές;
– 4 χρόνια πριν είχε κόλλημα με τους Cure
– μετά ήρθαν οι γλάροι μιας συλλογής που ευτυχώς ξεχάστηκε
– έπειτα ήρθαν οι four tet και άλλοι ηλεκτρονικοί φίλοι τους
– και τώρα είναι η σειρά των Beatles.
Ενδιάμεσα υπάρχουν άλλες εποχές και φυσικά άλλες μουσικές αλλά είπαμε δεν πιστεύει στις ψυχαναλυτικές αηδίες.

* ( όχι αφεντικό ˙ αυτό είναι ένα επίθετο που χαρακτηρίζει μόνο εκείνον τον αμερικάνο τραγουδιστή, αν και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ˙ όχι, δεν θα του αναγνωρίσει προνόμια μιας προσωρινής εξουσίας με την επιλογή λέξεων που την τοποθετούν σκαλιά κάτω του…είναι και ψηλότερη απ’ αυτόν…)


It’s-no-fun-talking-without-codes-amy

Δευτέρα, Ιουνίου 05, 2006

Μια αιώνια φιλία


Μου λένε να γράφω ˙ να γράφω αληθινά, να γράφω ότι ζω. Δε γράφω στο κλικ ούτε θέλω να γράψω μόνο στο αγαπημένο μου blog. Ούτως η άλλως , είμαι guest σε αυτό το blog . Σήμερα, θέλω να γράψω. “Delirio tremens” το λένε αυτοί. Εγώ θέλω να κλέψω ˙σήμερα, ποστάρω.
Σήμερα λοιπόν θέλω να γράψω για μια αιώνια φιλία. Αυτό το φίλο το ξέρω χρόνια, με ξέρει και αυτός καλά. Στα δύσκολα είναι πάντα εκεί , στις χαρές, τις λύπες˙ είναι σαν τα κηδειόχαρτα που βλέπει στις κολώνες ˙ αυτός ο φίλος είναι κάτι σαν τους λοιπούς συγγενείς. Είναι πάντα εκεί, είτε τον θες, είτε δεν τον θες. Καμία φορά σου πιάνει την κουβέντα, σε κάνει να ξεχνιέσαι, άλλες φορές σου παίρνει τα αυτιά με τη φλυαρία του, θέλεις να τον σκοτώσεις. Αλλά έτσι δεν είναι οι φίλοι?
Τέρμα οι περιττές συστάσεις, τέρμα τα πολλά λόγια˙ ο φίλος μου είναι μέσα μου. Μην φρικάρεις, δεν θα σου μιλήσω για κανένα φανταστικό φίλο. Ο φίλος μου υπάρχει και έχει όνομα, είναι η τρύπα στο στομάχι. Ναι, μια τρύπα στο στομάχι. Όταν είμαι καλά, δεν πολύ-ενοχλεί ˙ όταν είμαι χάλια, πάλι το ίδιο. Αλλά όχι πάντα. Ξέρεις είναι και λίγο ξεροκέφαλος. Έχει μια δικιά του προσωπικότητα. Συνήθως το ποτίζω αλκοόλ. Μεθάω μαζί του, ξεκαρδίζομαι στα γέλια και πέφτουμε αγκαλιά ντιρλα στο πάτωμα. Όμως τότε εκείνος πονάει πιο πολύ απ’ ότι εγώ οπότε πρέπει να τον γυρίσω σπίτι. Με τι κουράγιο; Με τι μυαλό;… Άλλες φορές μου ζητάει αγάπη. Ξέρω τι θέλει ο μπαγάσας αλλά εγώ συνήθως κάνω το δύσκολο σαν το μαλάκά ˙ βράχος ηθικής, ε? Που και που κάνω λάθη και εγώ και ο βράχος σπάει, κοσμοκαλόγεροι αλλά ναι ˙ αλλά και αυτοί … ναι, και αυτοί έχουν τις αντοχές τους.
Αλλά ούτε πράγματι έχει όρεξη για κουβέντα ˙ τότε ρε γαμώτο με στέλνει. Θυμάται ιστορίες, που συνήθως με φέρνουν σε δύσκολη θέση, λέει χωρατά και εγώ τον χαζεύω. Ναι, έχει πλάκα αλλά όχι πάντα. Ειδικά όταν λέει την αλήθεια ˙ φαρμακερά λόγια μες την καρδιά χωρίς έλεος … ο ελεεινός.
Είχαμε καιρό να τα πούμε και τα είπαμε ένα χεράκι. Ναι, ναι, μου χρειαζότανε το παραδέχομαι. Εθελοτυφλώ ώρες-ώρες. Η καλή πίστη και άλλαι μαλακίαι part II, the sequel ˙ μετά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου μέρους, έπρεπε να βγει η συνέχεια, να βάλουμε και αλλά λεφτά στα ταμεία, να δώσουμε και άλλο πόνο στο θιλοθεαμον κοινό. Τι να του πεις τώρα? Έχει δίκιο. Ότι και να του πεις, λίγο θα ναι αλλά
who needs action when you got words?
Άναψα τσιγάρο ˙ διαμαρτυρήθηκε. Το ’χει σιχαθεί πια, το λέει και σε κάτι γνωστούς του με κάτι περίεργα ονόματα - συκώτι, πνευμόνια - που μου τη σπάνε. Του ’χα πει ότι είναι μαλάκες και να μη τους ακούει, στη τελική να πάνε να γαμηθούνε, τη ζωή μου τη χαίρομαι εγώ, και κατά επέκταση αυτός αλλά δεν με άκουσε. Ούτε εγώ. Μεταξύ μας. Αλλά η υπόθεση σήκωνε τσιγάρο. Το βούλωσε και με άφησε να του τα πω χύμα. Ήμουν μπερδεμένος ˙ δεν με καταλάβαινε, μιλούσα ακατάληπτα με την ορμή του μεθυσμένου, με τη φόρα αυτού που θέλει να τα πει για να μη κλάψει, σιγά μη τον γνώριζα στα δάκρυα. Κωλοπαρτίδες και με αυτούς θα ανοίξουμε?
Με άκουσε. Με κατάλαβε. Είχε τις αντιρρήσεις του, αλλά στο τέλος τον έπεισα, βλέπεις πάντα το καταφέρνω αυτό, κάνω πάντα ότι θέλω εγώ ( ή έτσι νομίζω τουλάχιστον).

-"Δε πάει άλλο ρε", μου είπε και με κοίταξε στα μάτια.
-"Αυτό δε σου λέω και εγώ τόση ώρα,ρε μαλάκα;", του αντέτεινα και εγώ.

Η σιωπή ακούστηκε πιο βαριά από τη κουβέντα μας και αυτό μας πόνεσε και τους δυο. "Ίσως έτσι είναι καλύτερα αρκεί να το παραδεχθούμε", είπε αυτός και εγώ κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου.

ΥΓ1 Για μια παρόμοια φίλια είχε μιλήσει πρώτος (και πολύ καλύτερα) ο Μίλτος Πρωτογερέλλης στη «Πατησίων», στην πρώτη σελίδα – αγόρασέ το ˙ αξίζει το κόπο: Εκδόσεις Ύψιλον.

ΥΓ2 Όσο για τη κουβέντα, ακόμα δεν έβγαλα άκρη αλλά εκείνη όπως πριν, έτσι και τώρα θα με νιώσει.

$onick

Κυριακή, Ιουνίου 04, 2006

μια ταινία για τον Παλαιοκώστα

Σύμφωνα με εγκυρότατες πληροφορίες της στήλης, ο κινηματογραφικός κολοσσός του Hollywood, Warner bros, απέκτησε τα δικαιώματα από το ελληνικό Υπουργείο Δημοσίας Τάξης για να γυρίσει ταινία με θέμα την "φτερωτή" απόδραση του Βασίλη Παλαιοκώστα, αδελφού του διαβόητου κακοποιού Νίκου Παλαιοκώστα. Η ταινία θα ονομάζεται "a flew over the lark's nest", στα ελληνικά: "η φωλιά του κορυδαλλού". Τον Νίκο Παλαιοκώστα θα υποδυθεί ο Μπραντ Πιτ, αφού βάψει τα μαλλιά του και κάνει πολύωρο solarium. Τον αδελφό του Βασίλη θα παίξει ο Σον Πεν. Στον ρόλο του διευθυντή των φυλακών, θα επαναδραστηριοποιηθεί ο θρύλος του ελληνικού κινηματογράφου Γκουσγκούνης. Τον Πολύδωρα θα παίξει ο Βύρωνας που με αυτόν του το ρόλο θα κλείσει και την καριέρα του.

Μόνγκο

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2006

innocence vs experience


SONGS OF INNOCENCE & EXPERIENCE
The Lamb /The Tyger
Infant Joy/ Infant Sorrow
The Divine Image/ The Human Abstract



Στις δύο ομάδες ποιημάτων του που εκδόθηκαν κάτω από τον τίτλο “Songs of Innocence & Experience” (το 1794), ο William Blake βάζει εκπροσώπους δύο αντίθετων καταστάσεων της ανθρώπινης ψυχής να εκθέσουν το όραμά τους για τον κόσμο.
Η αθωότητα μετασχηματίζεται σε εμπειρία, ο συμβολισμός συναντάει την πραγματικότητα και η αλήθεια θέτει συνεχή ερωτηματικά μέσα από την διαδοχική ενσάρκωσή τους σε αντιθετικά ζεύγη.
Το πειθήνιο αρνί μετατρέπεται σε τίγρη που αναδύει φωτεινή φλόγα ˙ και τα δύο έχουν δημιουργηθεί από το ίδιο χέρι.
Η βρεφική χαρά που είναι συνώνυμη της ευτυχίας μπορεί να προκαλέσει και δάκρυα θλίψης όταν η γύμνια της στο πρωινό φως αναδείξει την άνιση μάχη της κόντρα στην αδυναμία και την απελπισία ˙ και η χαρά και η θλίψη είναι συνοδευτικά του ίδιου νεογέννητου υποκειμένου.
Η ευσπλαχνία, η συμπόνια, η ειρήνη και η αγάπη είναι ρούχα που ζεσταίνουν αδιακρίτως κάθε ανθρώπινη ψυχή. Όταν αποκτούν όμως την απόχρωση του μέσου, εξελίσσονται σε ένδειξη εκμετάλλευσης, σκληρότητας, σύγκρουσης και υποκριτικής ταπεινοφροσύνης. Όλα τα χαρακτηριστικά αυτά δεν βρίσκονται μακριά. Το ανθρώπινο μυαλό είναι το δέντρο που ευθύνεται και για τα δύο είδη καρπών.

Δεν είχε άδικο ο Blake.
Όλα συνυπάρχουν στον κόσμο.
Το μαύρο , το άσπρο, οι διακρίσεις, τα όρια, οι ορισμοί δεν είναι κουτιά χωρίς περιεχόμενο.
Η δόμηση – αποδόμησή τους ερμηνεύεται μέσα σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο, τις εκφάνσεις του οποίου άλλοτε ερωτευόμαστε και άλλοτε αποστρεφόμαστε. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των συμβόλων που διακρίνουν την σχέση μας με τους άλλους (<,>, =,?), υπάρχουμε παράλληλα – το ουσιαστικό συνυπάρχουμε ίσως είναι δύσκολο να ειπωθεί όταν το πρόσημο των διαθέσεων, των ευκαιριών αλλάζει τόσο ραγδαία.
Οι δρόμοι μας μπορεί να μην συναντιούνται και ίσως ο εγωισμός είναι αρκετά μεγάλος για να νοιαστεί για προσωπικές ιστορίες, δράματα και ονόματα που δεν ηχούν οικεία στα αυτιά μας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι επειδή νομίζουμε, έτσι είναι.
Για αυτό, τρομάζει περισσότερο από τις απορίες, την έκπληξη και τον φόβο ο διαχωρισμός ανάμεσα στους
"μέσα" και τους "έξω"
Αυτοί που ξέρουν /Αυτοί που βασίζονται στην γνώση άλλων για να μάθουν
Αυτοί που κινούν τα νήματα/ Οι μαριονέτες
Αυτοί που διαχέουν τον φόβο/ Αυτοί που νιώθουν τον φόβο
Αυτοί που λένε /Αυτοί που ακούν

Κανείς δεν κάνει τίποτα.

Ας κρατήσουν την γνώμη τους για τον εαυτό τους λοιπόν:
– οι ξανθιές τηλεοπτικές δημοσιογράφοι που υπό το πρόσχημα – ρόλο της Ms Marple
μιλάνε, μιλάνε, μιλάνε, βάζουν διαφημίσεις, πουλάνε, μιλάνε, μιλάνε, μιλάνε,
βάζουν διαφημίσεις.
– οι ειδικοί, ψυχολόγοι, αναλυτές, αστυνομικοί, ερευνητές που φωνάζουν, δικάζουν,
καταδικάζουν, βγάζουν πορίσματα, προειδοποιούν, μιλάνε, μιλάνε, μιλάνε.
– οι δημοσιογράφοι – ειδικοί που γνωρίζουν και μιλάνε. Νιώθουν και το δείχνουν.
Μιλάνε, δίνουν τον λόγο για λίγο και αρχίζουν και μιλάνε.
Όλοι μιλάνε, όλοι αποφαίνονται.
Κανείς δεν κάνει τίποτα όμως.
Τα συναισθήματα μοιάζουν φτηνά όταν συνοδεύονται μόνο από λόγια.
Καμία πράξη.
Μια απορία:
Τι θα απαντήσει κανείς σ’ αυτούς που φταίνε, σ’ αυτούς που δεν φταίνε;
Κάποια μάτια ήδη κοιτάζουν από μακριά, απαλλαγμένα τουλάχιστον από ευθύνες.
Όλα είναι μακριά:
-οι ομάδες και οι κατηγοριοποιήσεις που δεν φυτρώνουν αυθαίρετα στα παιδικά μυαλά
-η ενσωμάτωση και η περιθωριοποιήση που η αθώα (?) παιδική απόχη πιάνει σαν τρόπαιο απο την ενήλικη εμπειρία
-η ανοχή, η συνύπαρξη: εαν δεν χωράει άλλους το ίδιο μας το μυαλό πως θα χωρέσουμε οι ίδιοι; που θα χωρέσουμε; ίσως τελικά...δεν χωράμε πουθενά
και η απορία
What are you gonna do now that your teenage idols have left the building?
καμία απορία για τα μάτια που κοιτάζουν μακριά:
Nothing
amy

the real thing

Όταν γράφεις όλα είναι πιο εύκολα. Όταν γράφω, μπορώ να γράψω αλά Πιραντέλο, μπορώ να φωνάξω, μπορώ να κάνω τα πράγματα μικρά και μεγάλα. Όταν γράφω μπορώ να το παίξω παντογνώστης, μπορώ να κοιτάξω ανάμεσα από τις χαραμάδες, μέσα από τις ποντικότρυπες, κάτω από τα σεντόνια. Μπορώ να ελέγξω καταστάσεις, να παίξω με τους ανθρώπους, να πετάξω, να χαϊδέψω, να κάνω έρωτα, ακόμα και να σκοτώσω. Στην πραγματική ζωή όμως δεν είμαι παρά ένας ΜΑΛΑΚΑΣ. Δε μπορώ παρά να βλέπω τη ζωή να με προσπερνάει ή και να περνάει από πάνω μου σαν οδοστρωτήρας. Στην πραγματική ζωή οι πόθοι μου δε με ακολουθούνε, οι αποστάσεις με τους άλλους μου μοιάζουν αγεφύρωτες, οι καταστάσεις γλιστρούν μέσα από τα χέρια μου, η ομίχλη καλύπτει το τοπίο.
Αλλά δεν θα τρέξω βουρκωμένος να ζητήσω καταφύγιο κάτω από το φουστάνι του φαντασιακού, δεν θα βουτήξω τη πένα μου σε ναρκωτική μελάνη.
Με όλες τις δυνάμεις μου…
I WILL STICK TO REAL LIFE
I WILL STICK TO REAL LIFE
I WILL STICK TO REAL LIFE

.
(αυτά, πάω να συνεχίσω τον ύπνο μου, γαμημένο hangover)

Μόνγκο

Παρασκευή, Ιουνίου 02, 2006

τα λόγια είναι περιττά

Η επιτυχία της τέχνης της γραφής, αλλά και η ομορφιά κάθε είδους αυτοέκφρασης, δε συνίσταται τόσο στον πλούτο των ιδεών, την ένταση των συναισθημάτων, στη δύναμη των εικόνων κτλ. όσο στην ΑΠΑΛΟΙΦΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΤΤΟΥ.
Είναι απίστευτο πόση ΦΛΥΑΡΙΑ συναντάμε γύρω μας.

Μόνγκο