Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006

Υπό τους ήχους του Bankrobber ( Dub Robber is better!)

Τα δευτερόλεπτα καταγράφηκαν στην μνήμη του σαν στιγμές από κινηματογραφική ταινία. Για μια ακόμη φορά απομάκρυνε την αποχαύνωση με ηλίθια εφήμερα τραγουδάκια ευρείας απήχησης που συνήθιζε να κοροϊδεύει όταν ήταν νεότερος, πιο ανέμελος, χωρίς υποχρεώσεις. Αργότερα, όταν απέτυχε να ανταποκριθεί στα standards των «επιτυχημένων» δεν ένιωθε καμιά ντροπή να παραδεχθεί ότι ήταν ένας ακροατής των μισητών playlist, των ευκαιριών εύκολης πρόσβασης. Μόνο έτσι θα έβρισκε παρηγοριά στην αδυναμία ενσωμάτωσης, στην απογοήτευση που κάτω από τα αδιαπέραστα γυαλιά ηλίου προσπαθούσε μάταια να επικοινωνήσει στους ανύποπτους πελάτες.
Η μέρα ήταν συνηθισμένη. Απαράλλαχτη σαν όλες τις άλλες κι αυτός σκότωνε την μονοτονία με ηλίθια τραγουδάκια (some people want to rule the world with silly love songs ; guess what: he was ….one of them). Για μια ακόμη φορά προσπαθούσε να κρύψει τις ενοχές της μισητής στολής κάτω από την ελαφρότητα του αγαπημένου του – του καλύτερου – σταθμού. Η αισθαντική φωνή όμως δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να κρύψει την αμηχανία εκείνου ˙ το άνετο βάδισμά του που ήταν υπερβολικά γρήγορο για έναν μεσήλικα ιδρωμένο με φυσική κατάσταση που αντικατοπτριζόταν σε μια επιμελώς κρυμμένη κάτω από τουλάχιστον δύο νούμερα μεγαλύτερη μπλούζα κοιλιά και μια αναπνοή που σιγό – τραγουδούσε playback με την βοήθεια της ατελείωτης κίνησης και της χωρίς νόημα βιασύνης που τρέφει την σχεδόν ομόφωνη σιωπή.
Η φωνή της κατατρομαγμένης ηλικιωμένης πελάτισσας δεν τον συγκίνησε. Το τράβηγμα από τον ώμο όμως τον έκανε να ταρακουνηθεί. Κάποιος – επιτέλους – προσέτρεξε σ’ αυτόν ˙ τον κοίταξε για παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο ˙ του έκανε σινιάλο ότι ήταν σημαντικός ˙ δεν ήταν άλλος ένας από το πλήθος που απέστρεφε το βλέμμα, άνοιγε το στόμα, έχανε τις αισθήσείς του, έχανε έναν λόγο για να απευθυνθεί σ΄ αυτόν. Η έκκλησή της λειτούργησε στα μετά ακουστικών αυτιά του ως παράκληση, ως κίνητρο. Οι οδηγίες της σχολής (=κατάρτιση την δικαιολογούσε στα αυτιά των παλιών του συμμαθητών που δεν πίστευαν στα μάτια τους) απλώς λειτούργησαν συμπληρωματικά. Μηχανικά οι κινήσείς του οδηγήθηκαν προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Τράβηξε το πιστόλι του από τη θήκη του και τυφλώθηκε από την ερώτηση του μικρού του γιου. «Μπαμπά, τι δουλειά κάνεις;» «Προστατεύεις τον κόσμο;», ρώτησε κάτω από την εποπτεία της περήφανης – ανύποπτης μαμάς που είχε γραμμένο το ναι στα ήρεμα, αθώα μάτια της. Αυτά τα μάτια προσπαθούσε να ικανοποιήσει. Αυτά τα μάτια έβλεπε όταν τα χέρια του σημάδευαν την καρδιά του. Δεν ήξερε που στόχευε. Προσπαθούσε απλώς να βρει το κουράγιο να τραβήξει την σκανδάλη. Όχι, δεν ήταν άλλη μια ατάκα, ήταν απλώς μια στιγμή, μια προσωρινή εξιλέωση στα μάτια εκείνης. Τα μάτια της τον οδηγούσαν. Τα μάτια της τον τύφλωναν. Τα μάτια της τον οδήγησαν.
Το επόμενο πρωί προσπαθούσε απλώς να συνέλθει από ένα αίσθημα που είχε κάνει κατάληψη στο κορμί του. Δεν ήταν δικό του. Κάτι σκέψεις προσπαθούσε να ξεστομίσει σαν κακόμοιρος Δαπίτης αλλά μέχρι και ο ίδιος ήξερε ότι αφετηρία τους ήταν ή υποχρέωση, η κομματική υποδούλωση, η χωρίς επιχειρήματα εμμονή στην γραμμή: την διευθυντική, την κομματική, την κοινωνική….Τα συναισθήματά του είχαν καταλάβει την λογική και τον τρόμαζαν. Δεν τον άφησαν να κλείσει μάτι όλη νύχτα. Άοπλος απέναντι στην ισχύ της αυπνίας, προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, να απολογηθεί.
Δεν κατάλαβε τον γιο του που γλίστρησε δίπλα του στον καναπέ. Δεν άκουσε τον Τέρενς να τον χαρακτηρίζει ήρωα, τον γιο του να τον σκουντάει υπερήφανα. Ένιωσε μόνο να τον ξυπνάει η αναπάντεχη ερώτησή του: «μπαμπά, ο Γιώργος δεν θα ’ ρθει σήμερα. Κάποιος σκότωσε τον μπαμπά του. Ποιος, μπαμπά;»
amy