Δευτέρα, Ιουνίου 05, 2006

Μια αιώνια φιλία


Μου λένε να γράφω ˙ να γράφω αληθινά, να γράφω ότι ζω. Δε γράφω στο κλικ ούτε θέλω να γράψω μόνο στο αγαπημένο μου blog. Ούτως η άλλως , είμαι guest σε αυτό το blog . Σήμερα, θέλω να γράψω. “Delirio tremens” το λένε αυτοί. Εγώ θέλω να κλέψω ˙σήμερα, ποστάρω.
Σήμερα λοιπόν θέλω να γράψω για μια αιώνια φιλία. Αυτό το φίλο το ξέρω χρόνια, με ξέρει και αυτός καλά. Στα δύσκολα είναι πάντα εκεί , στις χαρές, τις λύπες˙ είναι σαν τα κηδειόχαρτα που βλέπει στις κολώνες ˙ αυτός ο φίλος είναι κάτι σαν τους λοιπούς συγγενείς. Είναι πάντα εκεί, είτε τον θες, είτε δεν τον θες. Καμία φορά σου πιάνει την κουβέντα, σε κάνει να ξεχνιέσαι, άλλες φορές σου παίρνει τα αυτιά με τη φλυαρία του, θέλεις να τον σκοτώσεις. Αλλά έτσι δεν είναι οι φίλοι?
Τέρμα οι περιττές συστάσεις, τέρμα τα πολλά λόγια˙ ο φίλος μου είναι μέσα μου. Μην φρικάρεις, δεν θα σου μιλήσω για κανένα φανταστικό φίλο. Ο φίλος μου υπάρχει και έχει όνομα, είναι η τρύπα στο στομάχι. Ναι, μια τρύπα στο στομάχι. Όταν είμαι καλά, δεν πολύ-ενοχλεί ˙ όταν είμαι χάλια, πάλι το ίδιο. Αλλά όχι πάντα. Ξέρεις είναι και λίγο ξεροκέφαλος. Έχει μια δικιά του προσωπικότητα. Συνήθως το ποτίζω αλκοόλ. Μεθάω μαζί του, ξεκαρδίζομαι στα γέλια και πέφτουμε αγκαλιά ντιρλα στο πάτωμα. Όμως τότε εκείνος πονάει πιο πολύ απ’ ότι εγώ οπότε πρέπει να τον γυρίσω σπίτι. Με τι κουράγιο; Με τι μυαλό;… Άλλες φορές μου ζητάει αγάπη. Ξέρω τι θέλει ο μπαγάσας αλλά εγώ συνήθως κάνω το δύσκολο σαν το μαλάκά ˙ βράχος ηθικής, ε? Που και που κάνω λάθη και εγώ και ο βράχος σπάει, κοσμοκαλόγεροι αλλά ναι ˙ αλλά και αυτοί … ναι, και αυτοί έχουν τις αντοχές τους.
Αλλά ούτε πράγματι έχει όρεξη για κουβέντα ˙ τότε ρε γαμώτο με στέλνει. Θυμάται ιστορίες, που συνήθως με φέρνουν σε δύσκολη θέση, λέει χωρατά και εγώ τον χαζεύω. Ναι, έχει πλάκα αλλά όχι πάντα. Ειδικά όταν λέει την αλήθεια ˙ φαρμακερά λόγια μες την καρδιά χωρίς έλεος … ο ελεεινός.
Είχαμε καιρό να τα πούμε και τα είπαμε ένα χεράκι. Ναι, ναι, μου χρειαζότανε το παραδέχομαι. Εθελοτυφλώ ώρες-ώρες. Η καλή πίστη και άλλαι μαλακίαι part II, the sequel ˙ μετά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου μέρους, έπρεπε να βγει η συνέχεια, να βάλουμε και αλλά λεφτά στα ταμεία, να δώσουμε και άλλο πόνο στο θιλοθεαμον κοινό. Τι να του πεις τώρα? Έχει δίκιο. Ότι και να του πεις, λίγο θα ναι αλλά
who needs action when you got words?
Άναψα τσιγάρο ˙ διαμαρτυρήθηκε. Το ’χει σιχαθεί πια, το λέει και σε κάτι γνωστούς του με κάτι περίεργα ονόματα - συκώτι, πνευμόνια - που μου τη σπάνε. Του ’χα πει ότι είναι μαλάκες και να μη τους ακούει, στη τελική να πάνε να γαμηθούνε, τη ζωή μου τη χαίρομαι εγώ, και κατά επέκταση αυτός αλλά δεν με άκουσε. Ούτε εγώ. Μεταξύ μας. Αλλά η υπόθεση σήκωνε τσιγάρο. Το βούλωσε και με άφησε να του τα πω χύμα. Ήμουν μπερδεμένος ˙ δεν με καταλάβαινε, μιλούσα ακατάληπτα με την ορμή του μεθυσμένου, με τη φόρα αυτού που θέλει να τα πει για να μη κλάψει, σιγά μη τον γνώριζα στα δάκρυα. Κωλοπαρτίδες και με αυτούς θα ανοίξουμε?
Με άκουσε. Με κατάλαβε. Είχε τις αντιρρήσεις του, αλλά στο τέλος τον έπεισα, βλέπεις πάντα το καταφέρνω αυτό, κάνω πάντα ότι θέλω εγώ ( ή έτσι νομίζω τουλάχιστον).

-"Δε πάει άλλο ρε", μου είπε και με κοίταξε στα μάτια.
-"Αυτό δε σου λέω και εγώ τόση ώρα,ρε μαλάκα;", του αντέτεινα και εγώ.

Η σιωπή ακούστηκε πιο βαριά από τη κουβέντα μας και αυτό μας πόνεσε και τους δυο. "Ίσως έτσι είναι καλύτερα αρκεί να το παραδεχθούμε", είπε αυτός και εγώ κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου.

ΥΓ1 Για μια παρόμοια φίλια είχε μιλήσει πρώτος (και πολύ καλύτερα) ο Μίλτος Πρωτογερέλλης στη «Πατησίων», στην πρώτη σελίδα – αγόρασέ το ˙ αξίζει το κόπο: Εκδόσεις Ύψιλον.

ΥΓ2 Όσο για τη κουβέντα, ακόμα δεν έβγαλα άκρη αλλά εκείνη όπως πριν, έτσι και τώρα θα με νιώσει.

$onick