Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2006

Μπορεί ένα διήγημα να βγει σε blog;

Αυτό είναι κάτι που είχα γράψει όταν πίστευα ακόμη (δεν πάει πάνω από ενάμισης χρόνος) πως τα blogs είναι κάτι που κάνουν οι νοικοκυρές ανάμεσα στο μαγείρεμα και στο ξεσκάτισμα του μωρού για να μην φρικάρουν και να ανταλλάσσουν συνταγές.
Το ερώτημα είναι μπορεί ένα διήγημα 12 σελίδων να βγει σε blog;

Μόνγκο

Η Τελευταία δουλειά του Τζόνυ
.
Εκείνη τη μέρα ο Τζόνυ είχε πολλά να κάνει. Το ξυπνητήρι σήμανε εγερτήριο στις έξι. «Που πας Τζόνυ αγόρι μου;» σκέφτηκε ο Τζόνυ. «Ο Τζόνυ πήρε το όπλο του» είπε από μέσα του ο Τζόνυ και γέλασε απ’ έξω του για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που σίγουρα δεν ήταν καθόλου καλές. «Φάτσα στον καθρέπτη πριν τον καφέ μην κοιτάς, αν τον εαυτό σου αγαπάς». Ναι λίγη ποίηση έστω και βλακώδης, Τζονίστικη ποίηση μπορεί να ρίξει άλλο φως στην καθημερινότητα.
Λοιπόν μια απαραίτητη παύση. Μια και γράφω εγώ, o Τζόνυ, και γράφω για μένα, για τον Τζόνυ, είναι τουλάχιστον ειρωνικό να γράφω στο τρίτο πρόσωπο. Λοιπόν όσο είναι νωρίς και για να διατηρήσω την αξιοπιστία μου απέναντι στον φιλόπονο αναγνώστη προβαίνω σε μια αλλαγή αφηγηματικού ύφους και συνεχίζω στο πρώτο πρόσωπο. Λοιπόν εκείνη η ημέρα συνέχισε έτσι:
Καφές, καφές σωτήριος. Ανοίχτε ματάκια μου σας παρακαλώ, θα δείτε και θα σας δούνε. Μαύροι κύκλοι, καφέ κύκλοι, καφές, ακόμη κάνω κύκλους. Το κεφάλι μου ένας παλμός, συστολή, διαστολή. Στου Τζέρυ χθες γίναμε κουνουπίδια πάλι. Ο Τζέρυ, Ο Τζόνυ και ο Τζόνυ. Οι 45 Τζόνηδες Γουόκερ. Τρέμω. Φάε κάτι να στυλωθείς θα έλεγε η μητέρα εθελοτυφλώντας και αποδίδοντας την κατάντια μου στο ότι δεν τρώω αρκετά. Λοιπόν ανοίγω το στόμα-καπάκι και μέσα πετώ ό,τι βρω· νιφάδες καλαμποκιού, νιφάδες χιονιού, σοκολάτα μαύρη, φρέσκο χυμό πορτοκαλιού από συμπυκνωμένα πορτοκάλια γίγαντες της Γουαδελούπης. Μην ξεράσεις. Παχύρρευστη, κακήγευστη ουσία που ανεβαίνεις στον οισοφάγο μου σε παρακαλώ μη βγεις έξω, μείνε μέσα δώσε μου θερμίδες, πρωτείνες, βιταμίνες, σε ευχαριστώ Ω! Παχύρρευστη, ζωοδότρα ουσία. Σήμερα πρέπει να κολακέψω ως και τον εμετό μου, δε με παίρνει, δεν προλαβαίνω. Ντύσου. Οι περιστάσεις καλούνε να εγκαταλείψεις για σήμερα το πρόχειρο ντύσιμο, ναι το κάζουαλ. Γιατί, γιατί σήμερα είναι μια άλλη μέρα. Σήμερα μπορεί να παίζεται το μέλλον σου, το μέλλον που παλιότερα τραγουδάγαμε πως δεν υπάρχει για μας και τώρα θα έρθει, το μέλλον, στο παρόν, να μας χλευάσει. Αρκετά με τις μαλακοτζονοφιλοσοφίες· είπαμε, δεν προλαβαίνω.
Κατεβαίνω χοπ, χοπ, τα σκαλιά. Διασταυρώνομαι με μια άγνωστη φάτσα που μπορεί να μας χωρίζουνε μερικά εκατοστά τοίχου άλλα μου είναι πιο άγνωστη και από τα βάθη των ωκεανών- η αδιαπέραστη ανωνυμία των πολυκατοικιών. Αλληλοπετάμε ουδετεροποιημένες καλημέρες που συναντιούνται πάνω από τα σκαλιά της εισόδου και πέφτουν κάτω ψόφιες.
Έξω στο φως, τα πάντα πονάνε αν το προηγούμενο βράδυ ήσουνα στου Τζέρυ. Ουσίες και οινοπνεύματα ακόμα κυκλοφορούν στο μυαλό μου. Ναι και ουσίες, γιατί δεν το λέω, λες και θα μπορέσει η κυρά Παγώνα στο ψιλικατζίδικο απέναντι να διαβάσει τις σκέψεις μου. Να μου πεις, μπορεί να διαβάσει τη φάτσα μου αλλά γι αυτό υπάρχουν τα ... μαύρα γυαλιά. Η μυστική μου ζωή είναι καλά καλυμμένη μέχρι να με καλέσει η ανθρωπότητα ή έστω ο Τζέρυ. Ναι λέγε τζονομαλακίες τώρα όσο σε παίρνει, όσο δεν έχουν εξατμιστεί ακόμα οι ουσίες στο μυαλό σου, γιατί μετά, το ξέρεις, θα έρθει η σκληρή πραγματικότητα και τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Καλημέρα κυρία Παγώνα. Ναι το ξέρω πως θα βρέξει γι αυτό και δεν έχω πάρει ομπρέλα.

Μετακίνηση με λεωφορείο, οχτώ παρά, πρωί. Το λεωφορειάκι του τρόμου με τα τέρατα εντός. Οι φάτσες, όλων μας, λένε δύο πράγματα: 1. Μια ακόμη μέρα στην κόλαση αρχίζει. 2. Κρατάτε τις αποστάσεις. Κάθε παραβίαση του δεύτερου άγραφου, γραμμένου στη φάτσα νόμου οδηγεί αυτόματα σε διαλόγους κλασικούς:
« Τι σπρώχνεις κυρά μου».
«Δεν ντρέπεσαι πρωί, πρωί. Ζώο, α ζώο».
«Εγώ ένα ζώο βλέπω και μάλιστα γαϊδούρι θηλυκό».
«Θα το βουλώσετε εκεί πίσω γιατί αν παρατήσω το τιμόνι να δω ποιος θα σας πάει στις κωλοδουλειές σας».
Αυτό το κωλοδουλειές σχεδόν αυτόματα με κάνει να ανοίξω το σάκο μου και να ελέγξω πως ο φάκελος είναι μέσα. Οι σημειώσεις μου και το CD για την παρουσίαση στο PowerPoint. Αν τοποθετούσαμε τον φάκελο σε μια νοητή άσπρη επιφάνεια θα μπορούσαμε καθαρά να δούμε δύο βελάκια, που υποδηλώνουν και τις δύο πιθανές εκβάσεις, να ξεκινάνε από αυτόν. Στην αιχμή του ενός, του πάνω για κάποιον άγνωστο λόγο, γράφει Μένεις. Στο κάτω γράφει Φεύγεις. Και το προηγούμενο βράδυ μιας τέτοιας καθοριστικής μέρας εγώ οργίαζα. Μερικές φορές η ανευθυνότητά μου είναι πραγματικά εντυπωσιακή. ΄Η δεν ήταν ανευθυνότητα αλλά μια υποσυνείδητη, απέλπιδα, προσπάθεια να χλευάσω τις δήθεν διευρυμένες αρμοδιότητες που μου ανάθεσαν – που φυσικά συνεπάγονται και διευρυμένες ευθύνες. Κάτι ανάλογο δεν είχε συμβεί και στον Άντυ που του είχαν δώσει τα κλειδιά να ανοίξει το... Ωχ! Η στάση μου. Ευτυχώς η κοπελίτσα με τα μπουκλωτά μαλάκια και τα ροζ μποτάκια που σφίγγει ένα ντοσιέ περιπαθώς στην αγκαλιά της είχε πατήσει το μπουτόν. Ας το παίξουμε Αλέκοι και ας πούμε κάτι έξυπνο.
«Θα κατεβείτε;»
«Ναι».
Ωραιότατα. Α! Ο Τσαλίκης δεν ήταν αυτός στο Ντοσιέ;

Άρχισε ψιλόβροχο. Ευτυχώς το κτίριο της «Τεχνικές Μελέτες Α.Ε.» είναι κοντά. Τα αυτοκίνητα στην Πατησίων είναι σχεδόν ακινητοποιημένα αλλά φαίνεται πως την ακινησία τους την αναπληρώνει η πυρετώδης, νευρική, στα όρια που το βάδισμα γίνεται τρέξιμο, κινητικότητα των πεζών. Συνήθως εξασφαλίζω στον εαυτό μου το χρόνο να διατρέξει αργά την μικρή αυτή απόσταση που χωρίζει τη στάση από την εταιρία παρατηρώντας τους πεζούς, την κίνηση, τις βιτρίνες των καταστημάτων και παράλληλα ζώντας την διστακτικότητα (άρνηση;) μου να διαβώ το κατώφλι του κτιρίου. Σήμερα όμως ανταγωνίζομαι το ρυθμό των άλλων δρομέων της καθημερινότητας καθώς η βροχή δυναμώνει και τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μου πρέπει να προφυλαχθούν. Περιμένοντας το φανάρι για να περάσω απέναντι κρυφοκοιτάω τον ορθογώνιο όγκο που στεγάζει τα κεντρικά γραφεία της εταιρίας. Απαστράπτον μάρμαρο στο χρώμα κόκκινου αργίλου και μαύρα αδιαφανή από έξω τζάμια. Ο πρόεδρος της εταιρίας Κ. Αντωνίου αρέσκεται να λέει τακτικά πως το νεότευκτο "Μέγαρο" εκφράζει την φιλοσοφία της "Τεχνικές Μελέτες Α.Ε." όπως την εμψύχωσε και την εμφύσησε ο αείμνηστος Δ. Αντωνίου ιδρυτής και πατέρας. Η βροχή αρχίζει να φλουτάρει τις μορφές. Πριν από ένα μήνα ο Προϊστάμενος του τμήματός μου, ο Πετρίδης με φώναξε και, με το ύφος που παίρνουν οι γιατροί όταν είναι να ανακοινώσουν κάποια ανήκεστο βλάβη, μου είπε:
«Ιωάννη, είναι κάποια πράγματα που αφορούν την εσώτερη λειτουργία της εταιρίας, που τα γνωρίζουν, ε, που τα γνωρίζουμε, όσοι φέρουμε την βαριά ευθύνη της εύρυθμης λειτουργίας του οργανισμού αυτού και δεν φτάνουν τα γεγονότα αυτά – και δεν πρέπει να φτάνουν- στα πιο έξω στρώματα της επιχείρησης».
Εδώ έκανε μια παύση ώστε να μπορέσω να συναισθανθώ έστω και ένα ελάχιστο ποσοστό από το βάρος της ευθύνης που φέρει και να αφήσει τη σιωπή να υφάνει την αρμόζουσα ατμόσφαιρα για όσα μεγάλα και μυστικά επρόκειτο να μου ανακοινώσει.
«Η εταιρία μας, αν και μέχρι πρότινος οικονομικά εύρωστη, δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική στη σημερινή διευρυμένη αγορά. Αν θες τη γνώμη μου υπάρχουν συγκεκριμένα άτομα εδώ μέσα που φέρουν ευθύνη γι αυτό. Αλλά, ξέρεις αυτοί που κάθονται ψηλά έχουν το αλάθητο. Επειδή έχουν το όνομα νομίζουν πως αυτό τους κάνει ικανούς και να διοικούν. Μια μέρα θα τους τα πω έξω από τα δόντια. Λοιπόν, όπως και να έχει, αποφασίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο να γίνουν περικοπές στο προσωπικό.»
Παύση, για να με κοιτάξει με ύφος που δείχνει πόσο λυπάται γι αυτό αλλά πως αυτό είναι κάτι το αναγκαίο και αναπόφευκτο και πως χρειάζονται θυσίες...
«Ω ναι, Ιωάννη, χρειάζονται θυσίες ώστε να συνεχίσει το καράβι των "Τεχνικές μελέτες Α.Ε." το δρόμο του. Οι περικοπές αυτές θα συμπεριλάβουν κυρίως το κατώτερο προσωπικό, καθαρίστριες, κλητήρες, κηπουρούς αλλά και κάποια μέλη από το επιστημονικό προσωπικό. Με μεγάλη μου λύπη πρέπει να σου πω πως βρίσκεσαι και εσύ ανάμεσα στα υποψήφια για να φύγουν άτομα. Παρ' όλες τις αντιρρήσεις μου, ένας από τους πιο πρόσφατα προσληφθέντες μηχανικούς θα πρέπει να αποχωρήσει. Όπως καταλαβαίνεις σε αυτήν την κατηγορία ανήκεις και εσύ. Αλλά είσαι τυχερός Ιωάννη. Είσαι τυχερός γιατί δουλεύεις στο τμήμα μου, γιατί σε έχω συμπαθήσει και γιατί γνωρίζω τον πατέρα σου».
Για να μην τα πολυλέμε θα ετοίμαζα μια μελέτη για τις προοπτικές οικιστικής ανάπτυξης στο Κάτω Κωλοχώρι, ένα κωλοχώρι της Αττικής. Θα παρουσίαζα τη μελέτη στη διεύθυνση και έτσι θα είχα ελπίδες να πάρουν τον πούλο κάποιοι άλλοι συνάδελφοι μου και όχι εγώ. Πάνω από όλα αλληλεγγύη. Μια μελέτη που είχαν αναθέσει στον Πετρίδη κι αυτός γενναιόδωρα ανάθετε το επίπονο μα καρποφόρο έργο της σύνταξής της σε εμένα ώστε να ενισχύσω τη θέση μου. Πάνω από όλα αλληλεγγύη.
Ανάβει πράσινο. Εμπρός γενναίοι πεζοί, διαβείτε τα στενά της Πατησίων, κάποιοι από εσάς θα καταφέρουν να φτάσουν ως το απέναντι πεζοδρόμιο.

Πίσω από τη τεράστια γυάλινη πόρτα της εισόδου του "Μεγάρου Αντωνίου" βρίσκεται ο άνθρωπος της πύλης, ο Μιχάλης ο σεκιούριτυ. Ο Μιχάλης στέκεται σε γωνία σαράντα πέντε μοιρών με τον πάγκο πίσω από την είσοδο, έχει την "Αθλητική Ηχώ" στο ένα χέρι και στο άλλο έναν φραπέ. Η στάση του απαράλλαχτη κάθε μέρα, πράγμα που μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν μετά το τέλος της βάρδιάς του τον κλείνουν σε ένα κουτί με αφρολέξ και κάθε πρωί τον βγάζουνε με προσοχή και τον τοποθετούνε στη θέση του στην είσοδο. Το κουστούμι του (που αγόρασε ύστερα από υπόδειξη του προϊστάμενου ασφαλείας και του στοίχισε ένα μισθό) δε μπορεί να κρύψει τη στόφα ενός αυθεντικού εραστή της εξέδρας.
« Άλα Γιαννάκη αγόρι μου! Τι κουστουμιές είναι αυτές; Από γάμο έρχεσαι;».
«Μάλλον σε κηδεία πηγαίνω ψηλέ».
«Η μόνη κηδεία που ξέρω είναι του Γαύρου την Κυριακή οπότε νωρίς ετοιμάστηκες». Γελάει με το αστείο του και πιτσιλάει με φραπέ το πάτωμα.
Όπως απομακρύνομαι μου φωνάζει «Και έλα να με βρεις κάποια στιγμή. Έχω κάτι πολύ καλά παιχνιδάκια για το στοίχημα». Και το εννοεί.
Το είχα ξεχάσει πως φοράω και εγώ κουστούμι σήμερα. Στο βάθος του αίθριου στο μηχάνημα που χτυπάμε τις μαγνητικές κάρτες μας είναι η Μαρία και προσπαθεί να χτυπήσει την κάρτα της με το λάθος τρόπο όπως συνήθως.
«Τι γίνεται Μαράκι. Πάλι σε παιδεύει η κάρτα.»
«Γιάννη! Ευτυχώς πάντα έρχεσαι την κατάλληλη στιγμή. Τι τυχερή που είμαι».
Γελάει σχεδόν χωρίς να ακούγεται και τα ξανθιά της μαλλιά ξεσπούν σε κύματα που εξαπλώνονται στο χώρο και σβήνουν πάνω στους τοίχους του αίθριου.
«Όπως έχουμε ξαναπεί, αυτός που σχεδίασε το μηχάνημα, έχει τελειώσει τις σχολές Ντε Σαντ και φρόντισε ώστε να πετυχαίνει το μεγαλύτερο δυνατό βασανισμό του υπαλλήλου.»
Επεξεργάζεται τα λόγια μου και λέει χαμογελώντας «Πως τα λες ρε Γιάννη. Έλα, χτύπα μου την κάρτα τώρα.»
« Όπως έχουμε ξαναπεί η κάρτα χτυπάει μόνο αν την περάσεις από το ματάκι από τα δεξιά προς τα αριστερά και με τα γράμματα να είναι μπροστά»
Όπως παίρνω την κάρτα από το λευκό κρύο χέρι της μετακινείται ελάχιστα και ακουμπάω ανεπαίσθητα το γούνινο γιακά του παλτού της. Χτυπάω την κάρτα. Γυρνάω και λέω στο γούνινο γιακά « Κανονικά θα έπρεπε να μας υπολογίζουνε και την ώρα που κάνουμε μέχρι να χτυπήσουμε την κάρτα».

Το ασανσέρ αθόρυβα με μεταφέρει στον τέταρτο από τους οχτώ ορόφους του μεγάρου. Πολλοί μέχρι πρόσφατα δίσταζαν να το χρησιμοποιήσουν καθώς δεν πήγαινε πολύ καιρός από τότε που κάποιο βραχυκύκλωμα έβαλε φωτιά στο θάλαμο. Οι τσιρίδες της εγκλωβισμένης Τζένης του λογιστηρίου δυνάμωναν καθώς πύκνωναν οι καπνοί και κανείς δε μπορούσε να βρει ένα τρόπο να ανοίξει την πόρτα. Τότε μέσα στην καπνομίχλη του διαδρόμου πρόβαλε η τεράστια μυώδης μορφή του Άντζελο, του παιδιού για όλες τις δουλειές. Με ένα τεράστιο λοστάρι άγνωστης προέλευσης άνοιξε την πόρτα και έβγαλε σηκωτή τη Τζένη από τις φλόγες. Η Τζένη είχε τυλιγμένα τα χέρια της γύρω από το λαιμό του σωτήρα της και κοιτούσε ηδυπαθώς τα μουντζουρωμένα από τον καπνό μούσκουλά του. Η ίδια δηλώνει πως είχε χάσει της αισθήσεις της όταν την σήκωνε ο Αλβανός αλλιώς δε θα είχε ποτέ φυσικά επιτρέψει κάτι τέτοιο. Το μεμονωμένο αυτό γεγονός αποτέλεσε μια μαύρη – άτυχη αλλά ελεγχόμενη όπως την χαρακτήρισε η διεύθυνση - στιγμή στην ιστορία του καινούργιου κτιρίου μιας εταιρίας που ασχολείται με τις τεχνικές μελέτες. Αν και ξοδεύτηκε ένα σημαντικό κεφάλαιο για να επανακατασκευαστεί το ασανσέρ και να αποκτήσει σύστημα πυρασφάλειας, η συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων, ακόμη και αυτοί που δούλευαν στον όγδοο, προτιμούσαν από τότε να χρησιμοποιούν τις σκάλες. Η διεύθυνση θορυβημένη μπροστά στην αδικαιολόγητη αυτή συμπεριφορά των υπαλλήλων εξέδωσε μια ανακοίνωση όπου εξηγούσε πως η χρήση της σκάλας θέτει προβλήματα ασφαλείας. Εγώ έτσι και αλλιώς πάντα έπαιρνα το ασανσέρ.
Η πόρτα του ασανσέρ ανοίγει και μαζί ανοίγει και η θέα της γυάλινης πόρτας του τμήματος. Από εδώ μπορώ να δω τον Οικονόμου να κάθεται μπροστά στον υπολογιστή του. Ανοίγω και μπαίνω. «Καλημέρα».
Σηκώνει το κεφάλι «Καλημέρα. Σήμερα βλέπω ντυμένος στην πένα»
«Πως να το κάνουμε, σήμερα έχω την παρουσίαση!» Τώρα το ξέχασε ή κάνει πως το ξέχασε;
«Α, ναι η παρουσίαση». Λέγοντας το δε κρύβει μια στιγμιαία ειρωνική έκφραση σα να γνωρίζει κάτι που δεν ξέρω εγώ. Συνεχίζει πάντως να μιλάει. «Σίγουρα το ντύσιμο μπορεί να επηρεάσει τις εντυπώσεις που αφήνει ένας ομιλητής. Βλέπω αρχίζεις να μαθαίνεις Γιάννη. Στα μαθαίνει καλά τα κόλπα ο Πετρίδης. Αν συνεχίσεις έτσι δε θ’ αργήσεις να γίνεις και προϊστάμενος». Λέει και με κοιτάει λοξά πίσω από τα γυαλιά της μυωπίας του.
Η ειρωνεία μόνο λεπτή δεν ακούγεται στα εξασκημένα πλέον αυτιά μου. Ο Ιωάννου βρίσκεται πάντα στη σκιά του Πετρίδη, πάντα ένα βήμα πίσω, πάντα ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα στην ιεραρχία αν και ξεκίνησαν μαζί στην εταιρία πριν από διψήφιο αριθμό χρόνων. Τον μισεί. Θα ήθελε όσο τίποτα άλλο να τον ξεσκίσει με ένα γιαπωνέζικο σπαθί. Να του κόψει τη γλώσσα με τα δόντια του. Να φάει το συκώτι του. Να τον σοδομίσει. Μπορείς να δεις φευγαλέες σκιές αυτών των σκέψεων να περνούν πίσω από τα μάτια του. Και μιας και η κοινωνία μας κάνει ό,τι καλύτερο για να μην μπορεί κάποιος να πραγματοποιήσει τέτοιες δολοφονικές παρορμήσεις έτσι και ο κύριος Ιωάννου κατευθύνει τη χολή του σε έναν πιο εύκολο στόχο όπως είμαι εγώ. Δε πειράζει κύριε Ιωάννου, ξεχολιαστείτε, μπορώ να σηκώσω λίγο από τον πόνο σας. Και μια μέρα θα σας ξεσκίσω με το γιαπωνέζικο σπαθί που φυλάω κάτω από το γραφείο μου.
«Κε Ιωάννου είμαι προσγειωμένος». Αλλά ξέχασα να ανοίξω τις ρόδες του αεροπλάνου να πάααρει. «Γνωρίζω πως κάποιος πρέπει να δουλέψει σκληρά και να περιμένει πολύ καιρό για να κατακτήσει τη θέση που του αρμόζει. Όπως εσείς που αποτελείτε ένα υπόδειγμα προσπάθειας», αποτυχημένης.
Γυρίζω και με βήμα ταχύ κατευθύνομαι προς το άλλο δωμάτιο που είναι το γραφείο μου ακούγοντας τον να φωνάζει, σίγουρα θα έχει σηκωθεί και όρθιος.
«Σου έχω κάτι δουλειές Γιαννάκη και καλά θα κάνεις να τις τελειώσεις γρήγορα. Πιες το καφεδάκι σου τώρα και τα λέμε μετά». Δεν προλαβαίνω είπαμε.
Το δωμάτιο που με έχουν βάλει έχει δύο γραφεία, στο ένα κάθομαι εγώ και απέναντι είναι η Κρίστα. Στη μέσα πλευρά είναι μια πόρτα που βγάζει στο γραφείο του Πετρίδη. Η Κρίστα είναι ήδη εκεί και δουλεύει στον υπολογιστή της. Η Κρίστα είναι κάπου μετά τα σαράντα. Είναι η γραμματέας του Πετρίδη. Είναι παντρεμένη με δύο παιδάκια. Πριν από κάποια χρόνια ήταν η – ο κόσμος την έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι- εξωσυζυγική σχέση του Πετρίδη. Στη δουλειά πάντα βρίσκονται άτομα με μεγάλη όρεξη να σε πληροφορήσουν για τέτοια πράγματα. Αυτό είναι πολύ συγκινητικό, με κάνει να νιώθω πως είμαι μέλος μιας οικογένειας και όχι ενός απρόσωπου γραφειοκρατικού μηχανισμού. Πληροφορίες, αυτό είναι το παν. Η Κρίστα πάντως μου είναι συμπαθής. Με ηρεμεί η ανέμελη στάση με την οποία αντιμετωπίζει τις καταστάσεις. Με μια τσιχλόφουσκα στο στόμα τη στιγμή που όλα γύρω γκρεμίζονται. Δεν είναι χαζή. Κάθε άλλο. Έχει τη λαϊκή εξυπνάδα των καταφερτζούδων τσαχπίνων των παλιών ελληνικών ταινιών.
«Καλημέρα Κρίστα»
«Καλημέρα Γιάννη. Ωραίο κουστούμι. Αν και η αλήθεια είναι θα σε προτιμούσα με πράσινη γραβάτα». Με κοιτάει και χαμογελάει.
«Ο Πετρίδης είναι μέσα;»
«Όχι έφυγε πριν από λίγο»
«Σου είπε τίποτα για την παρουσίαση μου;»
«Παρουσίαση σου; Α γι αυτό είσαι με τα καλά σου σήμερα. Όχι Γιάννη δε μου είπε τίποτα για την παρουσίαση σου. Η αλήθεια είναι πως δε μου είπε και τίποτα άλλο σήμερα».
«Καλά δεν έχει προγραμματίσει παρουσίαση τη μελέτης για τον οικισμό "Γαλήνη" στο διοικητικό συμβούλιο; Δε μπορεί!»
«Δε μου είπε τίποτα για κάτι τέτοιο. Αλλά κάτσε να ξανακοιτάξω το πρόγραμμά του για σήμερα». Φλατς, φλατς, σελίδες που γυρίζουν σε καρνέ.
«Όχι δεν έχω σημειώσει κάτι τέτοιο. Από τις έντεκα και μετά μάλιστα έχω σημειώσει πως θα φύγει για μια δουλειά της εταιρίας στη Θήβα».
Έκπληξη, απορία, πανικός. «Στις έντεκα;; Μα στις έντεκα είναι η παρουσίαση. Μα που έχει πάει τώρα. Δεν έχει φύγει ακόμα από το κτίριο, τα πράγματά του είναι εδώ από τι βλέπω»
«Γιάννη δε μπορώ να σου πω πως είχε μια έντονη συζήτηση στο τηλέφωνο με τον πρόεδρο και μετά βγήκε από το γραφείο σε μια κατάσταση σίγουρα όχι ήρεμη. Και δε μπορώ να σου πω πως νομίζω πως πάει στον ίδιο τον πρόεδρο». Με κοιτάει με ένα υποψιασμένο αλλά και συμπονετικό μισοχαμόγελο. Το καταλαβαίνω, εξάλλου μας έχει πηδήξει και τους δύο ο Μίστερ Πετρίδης.
Πάω δίπλα. Θα ρωτήσω το μαλάκα τον Ιωάννου. Μάι γκοντ, πόσο πιο χαμηλά θα πέσω.
«Κύριε Ιωάννου»
Το βλέμμα που μου ρίχνει διαγώνια πίσω από τα γυαλιά του γράφει "ΕΚΔΙΚΗΣΗ". Η καράφλα του λάμπει από ευτυχία. Θα έπρεπε να σταματήσω εδώ και να κάνω μεταβολή αλλά σαν το υπνωτισμένο θύμα της κόμπρας ανοίγω το στόμα μου.
«Σας είπε τίποτα ο Πετρίδης για την παρουσίαση της μελέτη του οικισμού
"Γαλήνη";»
«Γαλήνη. Χα! ώστε αυτό είναι το όνομα. Πολύ πρωτότυπο. Εγώ φυσικά δε θα μπορούσα να σκεφτώ ένα τέτοιο μεγαλόπνοο όνομα, αλλά ο κύριος Πετρίδης, βέβαια». Δηλητηριώδη δόντια και φιδίσια γλώσσα που σφυρίζει: « Όχι Γιάννη, δεν ξέρω τίποτα για αυτή την παρουσίαση. Εξάλλου εσύ θα έπρεπε να το γνωρίζεις αφού τα ξέρεις όλα. Αυτό που ξέρω είναι πως πρέπει να μου ετοιμάσεις αυτά τα έγγραφα και μάλιστα μέχρι αύριο το μεσημέρι.» Λέει και βροντάει μπροστά μου μια στοίβα χαρτιά.
«Δε προλαβαίνω κύριε Ιωάννου και εξάλλου δεν έχω πιει ακόμα το καφεδάκι μου», λέω και βγαίνω γρήγορα από το γραφείο. Δεν κοιτάω πίσω αλλά μπορώ να ακούσω ένα γιγάντιο ερπετό να συσπάται.


Στο διάδρομο αρχίζουν οι διαδρομές δραμάτων. Λες αυτό το χέρι που βγήκε από την πόρτα που άνοιξε αναπάντεχα και με τραβάει μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο να θέλει να επιβεβαιώσει αυτό το πανάρχαιο ρητό; Τα μάτια μου προσαρμόζονται στο μισόφωτο. Τα αυτιά μου ήδη έχουν ακούσει και αναγνωρίσει το σιγανό-γριλιστό-σαρκαστικό γέλιο
«Ρε Τζόνυ, τι έπαθες; Τι κουστουμιά είναι αυτή; Καλά στο έλεγα πως εδώ μέσα θα σε κάνουνε φλώρο θες δε θες. Και εδώ που τα λέμε ίσως και να θες». Γέλιο, όχι και τόσο σιγανό τώρα. Είναι ο Τάσος Αντωνίου, ο εικοσιπεντάχρονος μοναχογιός του προέδρου, του μεγάλου. Καμιά σχέση με αυτό που θα περιμένατε από κάποιον που φέρει αυτόν τον τίτλο.
« Δεν μου κάνανε τίποτα παραπάνω απ’ ότι κάνανε σε σένα. Και εσύ το φοράς και κάθε μέρα σκατόφλωρε» του απαντώ αναλόγως.
«Χα,χα. Γι αυτό μου αρέσεις Τζόνυ γιατί είσαι ο μόνος εδώ μέσα που μιλάμε κοινή γλώσσα. Φαντάσου μοναξιά ε;;» Οι κόρες των ματιών του είναι διεσταλμένες και όχι μόνο από την προσαρμογή στο μισοσκόταδο. Το τσιγαριλίκι που εμφανίζει και ρουφάει αποτελεί μια απλή οπτική επιβεβαίωση αυτού που διατυμπάνιζε η μυρωδιά μέσα στο δωμάτιο. «Που λες, Τζόνυ, το κουστούμι είναι μέρος του σχεδίου μου. Μου είναι απαραίτητο. Είναι η μεταμφίεσή μου. Αυτοί οι πούστηδες είναι τόσο τυφλωμένοι από την αλαζονεία τους που δε θα πάρουν χαμπάρι τι τους χτύπησε!» Γέλιο, σιγανό γεμάτο μίσος. Μου τείνει το τσιγάρο « Δοκίμασε καρντάση, είναι από το καλό, όχι από αυτές τις μπουρούχες που κάνεις συνήθως.»
«Άστο καρντάση. Εμένα δε με παίρνει εν ώρα εργασίας. Δεν είμαι ο γιος του διευθυντή για να μπορώ να κάνω ό,τι θέλω εδώ μέσα».
«Χα, χα. Αυτός ο μηδενισμός σου Τζόνυ έχει κάτι το ποιητικό. Η ποίηση όμως δεν έχει καμία θέση στην καταστροφή. Οπότε το μόνο που μπορείς να μου χρησιμέψεις είναι για να κάνουμε τέτοιους χαριτωμένους διαλόγους. Γιατί ξέρεις Τζόνυ εγώ σκοπεύω να το κάψω αυτό το μπουρδέλο που έφτιαξε ο γέρος μου. Με τον ιδρώτα και το αίμα άλλων» Παίρνει τζούρα. Φλόγες κοκκινίζουνε τις κόρες των ματιών του.
«Τάσο πρέπει να φύγω. Είναι μια δύσκολη μέρα για μένα σήμερα. Θα τα πούμε κάτω από πιο νορμάλ συνθήκες» Με κοιτάει με ανέκφραστο ύφος και δε λέει τίποτα ανοίγω την πόρτα και βγαίνω.
Συνεχίζω την πορεία μου στο διάδρομο. Έχω την αίσθηση πως κάποιος είναι πίσω μου. Κοιτάω πίσω, γυρνάω μπρος, ωχ! Λάθος αίσθηση! Μπροστά μου ήτανε. Ο Μάνος εμφανίστηκε από το πουθενά και έχει χώσει τη μούρη του στη δική μου. Μάνο γιατί φοράς μάσκα θλιμμένης οργής; Ο Μάνος λέει «Έτσι Τζόνυ ε;; Ξέρω καλά τι ετοιμάζετε ο Πετρίδης και εσύ. Θέλετε να με πετάξετε έξω από την εταιρία εε; Γιατί ρε Τζόνυ; Σε θεωρούσα φίλο μου Τζόνυ. Ξέρεις τι παθαίνει όποιος απολύεται αυτήν την εποχή; Ούτε για λούστρο δεν τον παίρνουνε. Αλλά θα δείτε, ο Μάνος είναι πιο σκληρό καρύδι απ’ ότι νομίζετε. "Γαλήνη" εσείς, "Ουράνια Πολιτεία" εγώ». Απομακρύνεται περπατώντας νευρικά και μονολογώντας «Θα δείτε! Θα δείτε!» Αλληλεγγύη πάνω απ’ όλα. Τουλάχιστον κάποιος ξέρει τη "Γαλήνη".

Θα πάω στον πέμπτο, εκεί χτυπάει η καρδιά της εταιρίας, εκεί όπου στο κουζινάκι δίπλα στο λογιστήριο οι υπάλληλοι φτιάχνουν το καφεδάκι τους και τα λένε. Εκεί μπορεί να ψαρέψω καμιά πληροφορία.
Πέμπτος. Κουζινάκι. Ωραία, ακούω φωνές, υπάρχουν μορφές ζωής εδώ. Είναι η Τζένη του λογιστηρίου και ο Αρτέμης του λογιστηρίου. Η Τζένη έχει μια έκφραση τεράστιας έκπληξης στο πρόσωπό της καθώς μιλάει στον Αρτέμη.
«Δεν είναι δυνατόν! Και τι θα γίνουμε εμείς. Έχουνε να με πληρώσουνε δύο μήνες και τώρα μου λες και αυτό. Δύο μήνες. Ενώ ο Αλβανός πληρώνεται κανονικά και παίρνει όσα και εγώ, μη σου πω πως παίρνει και περισσότερα. Από τότε που η "Σταφιδιασμένη" ανέλαβε το λογιστήριο άλλαξαν όλα. Αλλά έτσι είναι όταν ξέρεις να γλύφεις πας μπροστά και αυτή δεν έγλυψε μόνο με τη μεταφορική έννοια. Χα!. Δεν την βλέπεις πως είναι με τον πρόεδρο; τρέχει πίσω του όταν τον βλέπει σαν το σκυλάκι, και της τρέχουν τα σάλια στο πάτωμα, η μαλακισμένη!»
Ο Αρτέμης τη διακόπτει « Ηρέμησε θα σε ακούσει. Δίπλα είναι. Και δεν είμαστε μόνοι μας είναι και ο Γιάννης εδώ» λέει καθώς αντιλαμβάνεται τελικά την παρουσία μου. Η Τζένη γυρίζει και με κοιτάει όπως κοιτάζει μια Κωλονακιώτισσα κάποιαν που ντύνεται από τα καλάθια.
«Ας με ακούσει», συνεχίζει η Τζένη κάνοντας πως δεν με έχει καν προσέξει αλλά παρόλα αυτά μιλώντας προφανώς για μένα. «Ξέρεις τελικά πιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα εδώ μέσα; Οι καινούργιοι. Τους έχουνε στα όπα, όπα ενώ εμείς· τόσα χρόνια εδώ μας έχουνε το πεταματού».
Ένα ασώματο κεφάλι στο κούφωμα της πόρτας. ο Γιώργος του λογιστηρίου. Το κεφάλι λέει « Τζένη, σε θέλει η Σταφιδ... εε η κυρία Βορβύλα. Και λέει να έρθεις τώρα αμέσως».
«Ωχ, λες να με άκουσε;» λέει η Τζένη καθώς το πρόσωπό της από οργισμένο μετατρέπεται αυτόματα σε καλόβουλο. Βγαίνει και με σπρώχνει. Φυσικό είναι, αφού δεν με έχει δει. Καθώς μπαίνει δίπλα στο λογιστήριο ακούγεται η φωνή της τώρα λεπτή και υποτακτική «Ναι κυρία Βορβύλα, Αμέσως κυρία Βορβύλα...» Η φωνή της σβήνει καθώς κλείνει η πόρτα του λογιστηρίου.
Το κεφάλι – Γιώργος λέει πριν εξαφανιστεί το ίδιο απότομα όπως και εμφανίστηκε: «Ακόμα μια υπέροχη μέρα γεμάτη δημιουργικότητα ξεκινάει στο αγαπημένο λογιστήριο μας».
Εγώ και ο Αρτέμης τώρα· μόνοι πάνω στη σκηνή.
«Α ρε Γιάννη, τι ακούς και εσύ. Πως έμπλεξες με μας εδώ τους τρελούς. Αν ήξερες τι γίνεται εδώ μέσα. Αλλά θα τα μάθεις σιγά, σιγά. Αν φυσικά το "μαγαζί" δε βάλει λουκέτο και δε βρεθούμε όλοι στο δρόμο»
«Γιατί τι έχει συμβεί;»
«Βγήκε σήμερα η απόφαση του δικαστηρίου»
«Ποια απόφαση;»
«Α! μάλλον δεν έχεις ιδέα. Λοιπόν για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αντωνίου ίσον κολλητός με προηγούμενη κυβέρνηση. Παλιά κυβέρνηση πολύ καιρό εξουσία. Αντωνίου και "Τεχνικές Μελέτες Α.Ε." παίρνουν έργα λύνουν και δένουν κτλ. κτλ. Κυβέρνηση αλλάζει, νέα κυβέρνηση δεν αγαπάει Αντωνίου, Νέα κυβέρνηση δικές της κατασκευαστικές. Νέα κυβέρνηση όχι μόνοδύσκολα δίνει έργα "Τεχνικές Μελέτες Α.Ε." αλλά πάει και Αντωνίου δικαστήριο για απάτη εις βάρος δημοσίου. Δικαστήριο λέει σήμερα Αντωνίου ένοχος. Αντωνίου πληρώνει. Κατάλαβες;»
«Ναι».
«Με τον Πετρίδη πως τα πάτε κάτω;»
«Πως τα πάμε; Καλά. δεν έχουμε κανένα πρόβλημα»
«Καλά ε; Εγώ θα σου έλεγα πάντως να τον προσέχεις. Με αυτά και με αυτά ξεχάστηκα. Πρέπει και εγώ να πάω στο κλουβί μου. Καλή δουλειά Γιάννη» λέει και βγαίνει από τη σκηνή.
Ασανσέρ. Το κουμπί τέσσερα. Κουμπιά τρία στο σακάκι και εγώ μέσα στο σακάκι. Σκατά. Ζζζζπ. Πόρτες ανοίγουν. Καλώς ήρθατε στο μπουρδέλο του τετάρτου ορόφου. Όχι δεν το πιστεύω.
«Καλημέρα Κύριε Πετρίδη, πως είσαστε;»
«Όχι καλά Ιωάννη, όχι καλά».
Κινείται γρήγορα, για τον όγκο του, στο διάδρομο και εγώ από δίπλα.
«Κύριε Πετρίδη. Έχω φέρει την παρουσίαση στο PowerPoint για τη μελέτη για τον οικισμό "Γαλήνη"».
Μπαίνουμε στο γραφείο, ο Ιωάννου δε κοιτάει, σκύβει κι άλλο. Ακούγονται τα δόντια του να τρίζουν. Φτάνουμε δωμάτιό μου και Κρίστας. «Θα γίνει η παρουσίαση κύριε Πετρίδη; Εγώ είμαι έτοιμος και ξέρετε ...»
Μπαίνουμε στο γραφείο του. Κάθεται.
«Τι έχεις έτοιμο;»
«Την παρουσίαση που είχαμε πει πως θα κάνω στη διεύθυνση. Σας είχα δώσει όλα τα χαρτιά της μελέτης που ετοίμασα και είχατε πει πως σήμερα θα έκανα....»
Με διακόπτει «Παρέδωσα τη μελέτη ΜΟΥ Ιωάννη. Δε θα χρειαστεί να κάνεις καμία παρουσίαση. Και πρέπει να σου πω πως τα πράγματα δε βαίνουν καλώς. Έρχονται χαλεπές ημέρες. Στο λέω για να είσαι προετοιμασμένος. Και τώρα άσε με να εργαστώ γιατί σε λίγο θα πρέπει να αναχωρήσω για Θήβα. Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος Ιωάννη.»
Βγαίνω. Η Κρίστα πληκτρολογεί. Σταματάει. «Τι έγινε Γιάννη. Συνέβη τίποτα;»
«Τίποτα Κρίστα. τίποτα, όλα καλά».
Ο Ιωάννου ακούγεται από μέσα. «Γιάννη έρχεσαι λίγο που σε θέλω;»
Χτυπάει το κινητό μου «Για σου Μωρό... Τι έγινε;... Καλά δεν είναι τίποτα αυτό... Ναι το ξέρω... Εδώ όλα υπέροχα, όπως πάντα... Και βέβαια μου έλειψες,... Ναι το βράδυ... Και εγώ το ξέρεις.... τι η Μαρία;! Τι είναι αυτά που μου λες τώρα… Αφού το ξέρεις εγώ μόνο εσένα… ΄Όχι δεν την είδα τη Μαρία… Πρέπει να κλείσω όμως τώρα... Κι εγώ… Φιλάκια»
«ΓιάνννΝΝΗ» ο Ιωάννου είναι έτοιμος να εκραγεί. Όχι ρε συ. Δεν το πιστεύω! Και όμως εξερράγη. Τι θόρυβοι είναι αυτοί; Εκρήξεις!! Ναι είναι θόρυβοι από εκρήξεις. Σηκωνόμαστε σχεδόν αμέσως με την Κρίστα.
«Τι είναι αυτοί οι θόρυβοι τι έγινε, τι συμβαίνει;» λέει η Κρίστα πανικόβλητη.
Ο Πετρίδης βγαίνει και αυτός «Τι έγινε;! Ιωάννη πήγαινε κάτω να δεις τι είναι».
Νέοι θόρυβοι. Βγαίνω στο διάδρομο. Όλος ο κόσμος έξω. Τρέχω από τις σκάλες. Ισόγειο. Αίθριο. Θόρυβοι. Καπνοί βγαίνουν από την σκάλα που οδηγεί στα υπόγεια. Καπνοί και ζέστη.
Ο Ντινόπουλος ο προϊστάμενος ασφαλείας σε έξαλλη κατάσταση ουρλιάζει «Τι έγινε ρε Μιχάλη, τι έγινε;;»
Και όμως, ο Μιχάλης ο σεκιούριτι, κινείται.
«Φωτιά στα υπόγεια κύριε Ντινόπουλε, φωτιά. Και έφτασε στις δεξαμενές πετρελαίου. Καίγονται όλα κάτω. Θα έβαζα στοίχημα πενήντα προς ένα πως σε λίγο η φωτιά θα φτάσει μέχρι πάνω»
«Γιατί ρε μαλάκα δε λειτούργησε το σύστημα πυρασφαλείας εεε γιατί ρε;»
«Κάποιος το απενεργοποίησε. Μέσα από τον κεντρικό υπολογιστή. Και το κλείδωσε ώστε να μην ξεκινάει με τίποτα »
«Έτσι εε;; Μαλάκα! Για να είσαι όλη μέρα με την εφημερίδα. Ξόφλησες από την πιάτσα, ξόφλησες σου λέω!» φωνάζει ο Ντινόπουλος και χιμάει μέσα στους καπνούς.
Ο Μιχάλης έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό. «Τι κάνει ο άνθρωπος ρε; Εγώ δε θα πήγαινα εκεί κάτω με τίποτα. Είναι γκαραντί καμένος. Δε θα καώ εγώ για το μπουρδέλο».
Κόσμος μαζεύεται στο μεγάλο αίθριο. Παραδίπλα η Τζένη του λογιστηρίου σφίγγεται πάνω στον Άντζελο και η Βορβύλα πάνω στην Τζένη.
Ο Αρτέμης αποφαίνεται «Αυτό ήταν το τελευταίο χτύπημα, το οριστικό χτύπημα».
Ο Γιώργος, ολόσωμος τώρα, συνειδητοποιεί, «Ρε συ, τα αυτοκίνητα είναι στο υπόγειο γκαράζ».
Ο Πετρίδης εμφανίζεται ιδροκοπημένος από τη ζέστη και σε καθόλου γαλήνια κατάσταση «Η Μερσεντές μου! Αν καεί η Μερσεντές θα σας πάω όλους στα δικαστήρια. Κάποιος να πάει να φέρει τη Μερσεντές μου!» Μουγκρίζει και χάνεται και αυτός μέσα στους καπνούς.
Ναι είμαι σίγουρος πως μπορώ να ακούσω ένα γριλιστό-σαρκαστικό γέλιο σε έξαρση εκεί που βρίσκεται η εστία της φωτιάς. Ένα γέλιο σαν αυτό που θα είχε ο Νέρωνας όταν θα έβλεπε τη Ρώμη να καίγεται, μόνο που τώρα η μουσική υπόκρουση δεν είναι λύρα αλλά ηλεκτρική κιθάρα. Κόσμος μαζεύεται στο μεγάλο αίθριο. Η θερμοκρασία ανεβαίνει. Φλόγες ξεπηδούν και αρχίζουν να σκαρφαλώνουν τους τοίχους. Καιρός να βγούμε έξω.
Όλο το προσωπικό έξω. Η κυκλοφορία έχει σταματήσει. Οι οδηγοί έχουν βγει από τα αυτοκίνητά τους και κοιτάνε και αυτοί. Καπνοί, φωτιά, κραυγές.
«Η πυροσβεστική που είναι η πυροσβεστική;»
«Που είναι όταν τους χρειάζεσαι, τι κράτος είναι αυτό!»
«Που είναι η Μαρία; Μήπως είδε κανείς τη Μαρία;»
«Τι θα γίνουμε τώρα χωρίς εταιρεία;»
«Τι θα γίνουμε τώρα χωρίς εταιρεία;»
Να η Μαρία. Στριγκλίζει. Σηκώνει το χέρι της και δείχνει ψηλά. Ο Αντωνίου, ο πρόεδρος, στο παράθυρό του στον όγδοο. Κοιτάει με βλέμμα κενό. Βουτάει. Η Μαρία ουρλιάζει και δείχνει χαμηλά. Ο Αντωνίου χτυπάει με το κεφάλι στο κάγκελο στην άκρη του πεζοδρομίου. Όλοι μαζεύονται γύρω από το πτώμα με το παραμορφωμένο σα μπάλα του ράγμπυ κεφάλι.



Είμαι σπίτι... Δεν έχει σημασία πως γύρισα. Παίρνω τηλέφωνο.
«Έλα Τζέρυ, τι γίνεσαι;»
«Που σε ρε Τζόνυ. Τι κάνεις ρε αγόρι;»
«Είχα μια περίεργη ημέρα. Κάηκε το κτίριο της εταιρίας και βούτηξε και ο πρόεδρος στο κενό».
«Τι μου λες; Θες να έρθεις από εδώ να τα πούμε;»
«Έρχομαι».

7 Comments:

Anonymous Ανώνυμος said...

Τζερυ, Τζονυ, Τζενη.

Τζοου γκουντζ δε νειμτζ, ιτζ αλμοτζ μεηκτζ ιτζ ιμποζιμπλ του ζτοπ δε τζ αφτερ.

10:13 μ.μ.

 
Blogger i-adespoti said...

Μπορεί αν είναι τόσο ενδιαφέρον..
Μπουρλότο ε; ..

10:18 μ.μ.

 
Blogger Fading shadows of a memory beloved. said...

Απίστευτο. Έκατσα και το διάβασα. 12 σελίδες. Είναι το πιο μεγάλο blog entry που έχω δει και ήταν και καλό! Ερώτηση, πιο πριν ότι έγραφες το κράταγες για τον εαυτό σου και μόνο;

10:58 μ.μ.

 
Anonymous Μόνγκο said...

Fading shadows etc., το είχα μοιράσει σε καμιά δεκαριά φίλους αλλά τίποτα περισσότερο

1:13 π.μ.

 
Blogger Fading shadows of a memory beloved. said...

Μάλιστα. Ωραίος αυτοσαρκασμός παρεπιπτόντως... (Και ναι ξέρω είναι σιδηρόδρομος το διαδικτιακό ψευδόνυμό μου... Συγνώμη. Οχού. Δεν βαρέσαμε κιόλας...). Καλή συνέχεια.

9:47 π.μ.

 
Anonymous RaZzMaTaZz On VaCaTiOn said...

Δυστυχώς το νετ καφέ στα Φηρά που παίζει μπιτάκια στο τέρμα και χρεώνει έξι ευρώ την ώρα ΔΕΝ είναι το ιδανικότερο μέρος για να διαβάσω το διήγημά σου :(
Από Δευτέρα θα σου πω κι εγώ τη γνώμη μου!

4:52 μ.μ.

 
Blogger RaZzMaTaZz said...

Χεχε άργησα αλλά το διάβασα υπό τις συνθήκες που ήθελα -δηλαδή στην ηρεμία του σπιτιού μου.
Loved it! Δεν το βρήκα μεγάλο σαν κείμενο, αντίθετα μπαίνει άνετα στην κατηγορία less is more ;)
Οι περιγραφές των καταστάσεων απλά τα σπάνε (το ξύπνημα και η κάθοδος από την πολυκατοικία μου άρεσαν ιδιαίτερα), δεν κάνει κοιλιά και διαβάζεται μονορούφι. Αν έχεις κι άλλα πόσταρέ τα όπως είσαι :)

2:47 μ.μ.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home