Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2006

sunflower


Τα μάτια είναι πλημμυρισμένα από κιτρινοπράσινες αποχρώσεις ˙ είναι κολλημένα στο απέραντο λιβάδι με τα ηλιοτρόπια που δίνουν την αίσθηση ενός παραδεισένιου τοπίου βγαλμένου όμως από ένα… καρποστάλ που μεγενθυμένο σε μια τεράστια αφίσα κοσμεί την ντουλάπα απέναντι από το κρεβάτι της. Πιο δίπλα είναι ο Jeff, απέναντι ο Ιan, παραδίπλα η Αmelie αλλά είναι νωρίς για καλημέρες. Το βλέμμα προτιμά να εστιάσει εκεί. Είναι ωραία τα όνειρα με ορθάνοιχτα τα μάτια. Είναι και η πρωινή ησυχία…που δεν διαρκεί πολύ ˙ την σπάει ο ήχος από την σκούπα που τραντάζει το μπαλκόνι και απομακρύνει φοβισμένα τα περιστέρια – «βρωμόπουλα» ακούγεται να τα αποκαλεί ο θυμωμένος γείτονας – που είχαν βρει καταφύγιο στην μπουκαβίλια του. Ο ήχος από τα μουρμουρητό του σταδιακά χάνεται καθώς αρχίζει να λικνίζεται στο παιχνίδισμα του αέρα με τα cd – που είχε κρεμάσει εν είδη σκιάχτρου στο air-conditioner – και τις φωνές-κλάματα των μικρών από τον κάτω όροφο που αρνούνται να μπουν στο σχολικό. Η δωροδοκία και οι γονικές διαπραγματεύσεις οδηγούν στην απρόθυμη επιβίβαση τους σ’ άλλο ένα ωράριο που δεν έχουν επιλέξει και εκείνη ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη για περισσότερο ύπνο και το δρομολόγιο προς έναν προορισμό που καθημερινά φαίνεται ίδιος παρ’ όλα τις αλλαγές – λίφτινγκ που έχει υποστεί.
Ίσως σηκώθηκε από την λάθος μεριά του κρεβατιού ˙ είναι και που δεν βρήκε το σωστό cd - soundtrack για την πρωινή ακεφιά. Please don’t wake me/ please don’t shake me/ I’m only sleeping. Πώς να κοιμηθεί όταν βλέπει το πρόσωπο του πρώην προϊστάμενου της * να την χαιρετάει με το μικρό της όνομα, μια οικειότητα που όμως έχασε προ πολλού;
«Καλά είναι;» Ας σταματούσαν πια όλοι να την ρωτάνε. Ας μιλάγανε για τον καιρό. Είναι πιο αδιάφορο θέμα όπως και η κουβέντα που κρύβεται πίσω από τα σύννεφα της βαρεμάρας και αρνείται να σχηματιστεί σε ουσιαστικές λέξεις που χτίζουν μια αληθινή κουβέντα. Και το άλλο: «Τι νέα;» Αν ήθελε, θα στα ’λεγε, δεν θα χρειαζόταν να τα εκβιάσεις για να στα πει. Ευτυχώς κατεβαίνει σε λίγες στάσεις. «Γεια», της λέει χαμογελαστός. «Αντίο», του αντιτείνει εκείνη.
Ανεπιθύμητες συναντήσεις, μέρος δεύτερο. «Που χάθηκες;», «Τι κάνεις τώρα;», «Να τα πούμε.», «Να ανταλλάξουμε τηλέφωνα!», «Ναι, έχεις δίκιο, καλύτερα να σημειώσεις εσύ το δικό μου.» «Ωραία, τα λέμε». Άλλη μια σπαστική φράση ˙ γιατί την χρησιμοποιούμε όταν δεν την εννοούμε; Αφού είχαμε χαθεί τόσο καιρό πως θα τα πούμε; Όπως τα ’παμε χθες; Και τι θα πούμε; Να είμαι το κομμάτι του χθες που θα σε βοηθήσει να συναρμολογήσεις το πάζλ του σήμερα, τώρα που είναι «τακτοποιημένη» η ζωή σου και βυθίζεσαι περισσότερο στο παρελθόν; Αγία Νοσταλγία, ωραίο τραγούδι αλλά δεν ενδείκνυται για την ώρα.
Οι fabulous four της υπενθυμίζουν: Good Day Sunshine αλλά εκείνη βυθίζεται στην υπνηλία ενός αδιάφορου ξεφυλλίσματος και αδυνατεί να δει τις ακτίνες του. Τις νιώθει βέβαια να της χτυπάνε την πλάτη αλλά μάλλον μια παραίσθηση θα ’ναι. Μπορεί και όχι. Γυρίζοντας προς την κατεύθυνση από την οποία προέρχεται το χτύπημα βλέπει κάποια γυναικεία χείλη να ρωτάνε κάτι. Λέει ναι, μα φαίνεται πως δεν ήταν η σωστή απάντηση γιατί αυτά συνεχίζουν να τραγουδούν τον ίδιο ρυθμό ενώ τα μάτια του ίδιου προσώπου συνεχίζουν να είναι απορημένα όπως πριν την ερώτηση και άρα μόνο μια λύση απομένει. Τα ακουστικά κρέμονται από τα αυτιά, οι τέσσερις Άγγλοι δεν είναι πλέον μια ιδιωτική ακρόαση και οι ερωτήσεις διαδέχονται η μία την άλλη καθώς απομακρύνει την μάσκα της αντικοινωνικής για να εκτελέσει χρέη ξεναγού. Παράξενη πόλη, παράξενοι άνθρωποι. Εάν δεν βοηθήσει ο ένας τον άλλο, θα χρειαστεί να απευθυνθούν στους αστυνομικούς που τοποθετημένοι στις γωνίες καιροφυλαχτούν να δουν την αγριεμένη της διάθεση και να την συλλάβουν ˙ αυτή και την συμπαθητική ξένη που με σπαστά ελληνικά θα οδηγηθεί προς την πυξίδα τους.
Άλλη μια απρόσμενη συνάντηση και ο Moz φαίνεται να την κοροϊδεύει καθώς της φέρνει στο νου μια από τις πολλές ατάκες του: ..two people who I’d much rather kick in the eye. Ναι, καλά ˙ εάν ήξερε kickboxing, ίσως. Αλλά άκουσε την φίλη της, χρόνια στο άθλημα, που την προειδοποίησε για τις κλωτσιές που θα εισπράξει και τα μαύρα μάτια που ούτε το καλύτερο concealer δεν θα μπορέσει να κρύψoουν. Και εντάξει, να τις τρως ˙ πρέπει να το βλέπουν όλοι δηλαδή;
Οι σκέψεις παγώνουν καθώς νιώθει κάτι να της τραβάει το πόδι. Η πόρτα έκλεισε αλλά όχι προτού…το κλωτσήσει και τώρα η φούστα που θυμήθηκε να βάλει σήμερα θα αποκαλύπτει στην κοινή θέα το ατυχές περιστατικό. Ερωτήσεις, εξηγήσεις. Τι νέα; Τα ίδια.
Η πρωινή αφηρημάδα δεν έχει τέλος και αναρωτιέται που άφησε την συγκέντρωσή της και τα ρέστα από το χαρτονόμισμα που θυμάται να έδωσε κάπου. Θα το είχε πάρει είδηση πολύ αργότερα αλλά ένιωθε τις τσέπες της ανάλαφρες, σε πλήρη αναντιστοιχία με το γεμάτο έγνοιες μυαλό της. Αυτά τα δύο συμβάδιζαν καθώς τα διέκρινε πάντα ο ίδιος νόμος της βαρύτητας. Η μουσική παραμένει εγκλωβισμένη στο Help στην αναφώνηση του οποίου προσφέρει χέρι βοήθεια ένας περιπτεράς που για κάποιο λόγο την φωνάζει. «Τα ρέστα σου» της εξηγεί γεμίζοντας τα χέρια της με υποδιαιρέσεις του ευρώ και ένα πακέτο τσίχλες. Τον κοιτάζει απορημένη. «Κέρασμα για να ξεχαστείς», συνεχίζει διευκρινίζοντας εκείνος στα άνευ γυαλιών, διασταλμένα από την απορία μάτια της. «Είσαι καλά;», «Έχεις κάτι;» συνεχίζει εκείνος, μη δίνοντας σημασία στις ερωτήσεις του που μένουν αναπάντητες. «Γιατί είσαι αφηρημένη;», επιμένει θέλοντας εμφανώς να περάσει από το πελατειακό επίπεδο της σχέσης τους στο ψυχαναλυτικό. Γιατί; Τι να απαντήσει. Ο Paul εύστοχα προτείνει: don’t bother me αλλά 1) πάντοτε προτιμούσε τις απαντήσεις του John – είναι σαν να είχε να διαλέξει ανάμεσα στον Roger Moore και τον Sean – call me Bond – Connery και 2) ο περιπτεράς της δεν είναι αγγλομαθής – τον είχε δει κάποτε να μιλάει σε μια Αγγλίδα τουρίστρια χρησιμοποιώντας τα χέρια του. Οπότε, επιλέγει την ασφαλή οδό του «έχω αργήσει» και τον αφήνει να πειραματιστεί με κάποιον πιο εξωστρεφή πελάτη.
Ο John συνεχίζει να αργοπορεί την άφιξή του καθώς ο Paul την προειδοποιεί: I am looking Through You και εκείνη πρέπει να εξομολογηθεί ότι το τωρινό της κόλλημα την φέρνει μερικές φορές σε δύσκολη θέση. Όπως τις προάλλες που ο αδερφός της απορούσε για το βύθισμα της στα άπαντα του συγκροτήματος από το Liverpool και εκείνη απλώς του χαμογελούσε. Τι να του πει;
ότι την γοητεύουν:
– οι εκκλήσεις του John προς την κοπέλα του κάθε τραγουδιού;
– οι απέλπιδες προσπάθειές του να την ξανά-κατακτήσει ενώ δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι είναι wicked guy και loser;
– οι μελιστάλακτες προσωπικές εξομολογήσεις της πρώτης περιόδου του που όταν μετατρέπονται σε πολιτικές την δεύτερη (περίοδο) δεν χάνουν σε τίποτα από την ειλικρίνειά τους
– το ωραίο μπέρδεμα του he με το she, sender με receiver, boy με girl, they both have troubles που τόσο χαζά και γλυκά ξέρει να αναδεικνύει μέσα από τα τραγούδια του.
ή:
ότι κάθε καλοκαίρι χρωματίζεται από διαφορετικές μουσικές;
– 4 χρόνια πριν είχε κόλλημα με τους Cure
– μετά ήρθαν οι γλάροι μιας συλλογής που ευτυχώς ξεχάστηκε
– έπειτα ήρθαν οι four tet και άλλοι ηλεκτρονικοί φίλοι τους
– και τώρα είναι η σειρά των Beatles.
Ενδιάμεσα υπάρχουν άλλες εποχές και φυσικά άλλες μουσικές αλλά είπαμε δεν πιστεύει στις ψυχαναλυτικές αηδίες.

* ( όχι αφεντικό ˙ αυτό είναι ένα επίθετο που χαρακτηρίζει μόνο εκείνον τον αμερικάνο τραγουδιστή, αν και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ˙ όχι, δεν θα του αναγνωρίσει προνόμια μιας προσωρινής εξουσίας με την επιλογή λέξεων που την τοποθετούν σκαλιά κάτω του…είναι και ψηλότερη απ’ αυτόν…)


It’s-no-fun-talking-without-codes-amy

1 Comments:

Blogger Fading shadows of a memory beloved. said...

Kai elega den tha diabasw allo blog. Anathema. I am hooked up.

2:07 μ.μ.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home