Κυριακή, Αυγούστου 13, 2006

Ο στόχος του Οκτάβιου Π.


Ο Οκτάβιος Π. γέμισε το πιστόλι του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη στο χολ, έφτιαξε σχολαστικά το μαλλί του και βγήκε. Περίμενε πως θα την έβρισκε στο κλασικό καφέ που σύχναζε αλλά δεν ήταν εκεί. Όχι, ο καριόλης ο μπάρμαν δεν την είχε δει σήμερα. Ο μπάρμαν δεν προσπάθησε να κρύψει ένα χλευαστικό γελάκι για την εμφάνιση του Οκτάβιου. Αμπέχονο, Αύγουστο μήνα. Ο Οκτάβιος μόνο ήξερε τη σημασία της στολής του, είχε πολλά να κρύψει. Θα ήθελε πολύ να καρφώσει μια σφαίρα στο κρανίο του μαλάκα αλλά ήθελε όλες της σφαίρες για αυτήν. Καμία σπατάλη. Έφυγε χωρίς να πληρώσει και όταν ο μπάρμαν έκανε να τον ακολουθήσει ένα βλέμμα του ήταν αρκετό για να τον αποθαρρύνει.
Συνέχισε την αναζήτηση στα μπαρ και τα καφέ της περιοχής. Πουθενά και κανείς δεν την είχε δει. Ένας πρεζάκι στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
«Μεγάλε σε καταλαβαίνω και εγώ κρυώνω, κρυώνω πολύ, δικέ μου, μου έδωσες τη λύση, πρέπει να πάρω και εγώ ένα τέτοιο μαλλιαρό τομάρι, δικέ μου, αυτό είναι».
Ο Οκτάβιος τον προσπέρασε χωρίς να τον ακουμπήσει. Συνέχισε την πορεία του, τώρα προς το σπίτι της. Διέσχισε κεντρικούς δρόμους, χωρίς να νοιάζεται για τα αυτοκίνητα που έτρεχαν και οι ξαφνιασμένοι οδηγοί φρενάριζαν τρελαμένα, έκαναν πανικόβλητους ελιγμούς, τράκαραν, έπεφταν πάνω σε στύλους και δέντρα και τα κομμένα τους κεφάλια κρέμονταν από τα σπασμένα παρμπρίζ. Μόνο ένας τύπος με psychο βλέμμα νόμισε πως είδε την ίδια του την αντανάκλαση και γκάζωσε καταπάνω του, αλλά με ψυχραιμία ο Οκτάβιος πήδησε πάνω από το καπό και με αστραπιαία ταχύτητα έβγαλε από το παλτό του ένα στιλέτο και το έστειλε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του οδηγού κατευθείαν στην καρωτίδα του.
«Μην κινείσαι καριόλη, μείνε εκεί που είσαι».
Ήταν ένας πέτσινος τροχόμπατσος που κρατούσε με τα δυο του χέρια ένα περίστροφο και έτρεμε. Ο Οκτάβιος σταμάτησε και πήρε ένα ύφος παράδοσης και φόβου. Όταν ο μπάτσος έφτασε κοντά, έβγαλε ένα σπαθί και του έκοψε και τα δύο χέρια από τoν ώμο. Μόνο αγχέμαχα όπλα για τους άλλους. Όλες οι σφαίρες για αυτήν.
Έφτασε σπίτι της. Αυτή δεν ήταν εκεί, το ήξερε αυτό, είχε πάει για να την περιμένει. Άναψε τσιγάρο και κάθισε στο παρκάκι απέναντι. Τέσσερις ώρες μετά οι γόπες στο χαλίκι έπαιρναν εναλλασσόμενες μορφές στο μυαλό του. Εμφανίστηκε. Ήταν με τον άλλον. Κατέβηκαν από τη μηχανή. Τον φίλησε, λυγίζοντας προς τα πάνω την αριστερή της γάμπα την ώρα που τον αγκάλιαζε. Ο άλλος ικανοποιημένος που γάμαγε τέτοιο κομμάτι ανέβηκε στη μηχανή και έφυγε.
Την φώναξε. Αυτή γύρισε.
«Οκτάβιε τι κάνεις εδώ; Και τι είναι αυτό που φοράς; Οκτάβιε είσαι καλά; Τι ακριβώς κάνεις και τι θέλεις, αφού τα είπαμε ρε μωρό».
«Ήρθα να σε σκοτώσω».
Έβγαλε το πιστόλι και τέντωσε το χέρι του σημαδεύοντάς την. Αυτή έμεινε ακίνητη και με το στόμα ανοιχτό. Ο Οκτάβιος δεν μπορούσε να πατήσει τη σκανδάλη. Έπεσε στα γόνατα και ξέσπασε σε λυγμούς. Αυτή ξεκλείδωσε γρήγορα την πόρτα της πολυκατοικίας.
«Είσαι άρρωστος, καλύτερα να πας να σε κοιτάξει κανάς τρελογιατρός και φύγε γιατί φωνάζω την αστυνομία».
Ο Οκτάβιος αφού έκλαψε όσο ήταν να κλάψει, σηκώθηκε, έβγαλε το αμπέχονο του και από μέσα δεν υπήρχε τίποτα, ούτε μυς, ούτε σκελετός, ούτε τίποτα. Κάτω από το κεφάλι του ήταν μόνο η καρδιά του που χτύπαγε ακανόνιστα και έφτυνε αίμα από τις αρτηρίες.

Μόνγκο

2 Comments:

Blogger RaZzMaTaZz said...

Λιτό και άμεσο κειμενάκι... μου άρεσε, μου άρεσε πολύ!

8:03 μ.μ.

 
Anonymous Ανώνυμος said...

Παρακμιακό αλλά ωραίο. Μπράβο Μόνγκο μας, περιμένω το επόμενο.

1:01 μ.μ.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home